Ρύθμιση προσβασιμότητας

Επιλέξτε γλώσσα

Μετάβαση στο δευτερεύον μενού

Μετάβαση στον πίνακα περιεχομένων

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μάρτυρες του Ιεχωβά

Ελληνική

Η ΣΚΟΠΙΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012

Επιτέλους, Βρήκα Αληθινή Ελευθερία!

Επιτέλους, Βρήκα Αληθινή Ελευθερία!

«Κανείς δεν θα ψάξει να σας βρει», είπε χαμογελώντας ειρωνικά ένας αξιωματικός της φυλακής. «Μπορείτε να μείνετε εδώ». Πώς εμείς, μια εργατική, ειρηνική οικογένεια από τη Ρωσία, καταλήξαμε κρατούμενοι στη Βόρεια Κορέα το 1950, περίπου πέντε χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου;

ΣΥΜΦΩΝΑ με τα χαρτιά μου, γεννήθηκα το 1924, προφανώς στο χωριό Σμάκοφκα, στη ρωσική Άπω Ανατολή, κοντά στα σύνορα με την Κίνα.

Η γενέτειρά μου, το χωριό Σμάκοφκα, στο εδαφικό διαμέρισμα Πριμόρσκι, στη ρωσική Άπω Ανατολή

Μια μέρα, κάποιοι κακοποιοί απήγαγαν τον πατέρα μου και τους μεγαλύτερους αδελφούς μου, και η μητέρα μου δεν τους ξαναείδε. Έμεινε ολομόναχη σε ένα σπίτι γεμάτο μικρά παιδιά, τα οποία δυσκολευόταν να θρέψει. Κάποιος γείτονας προσφέρθηκε να πάει εμάς τα παιδιά στο ορφανοτροφείο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και να πει ότι η μητέρα μας μάς είχε εγκαταλείψει.

Η μητέρα μου συμφώνησε, επειδή διαφορετικά τα παιδιά της, μεταξύ αυτών και εγώ, μάλλον θα είχαν πεθάνει από την πείνα. Τώρα πια στα 85 μου, είμαι ευγνώμων που μας έστειλε στο ορφανοτροφείο, επειδή έτσι πιθανότατα μας έσωσε τη ζωή. Παρ’ όλα αυτά, η απόφασή της εξακολουθεί να με πληγώνει.

Όταν παντρευτήκαμε με τον Ιβάν, 1941

Το 1941, μετακόμισα στην Κορέα, όπου παντρεύτηκα έναν καλοσυνάτο Ρώσο, τον Ιβάν. Το 1942, γεννήθηκε η κόρη μας, η Όλια, στη Σεούλ της Κορέας. Ο γιος μας, ο Κόλια, γεννήθηκε εκεί το 1945, και ο αδελφός του ο Ζόρα το 1948. Ο σύζυγός μου δούλευε στην οικογενειακή μας επιχείρηση, και εγώ έγινα μοδίστρα. Επειδή η Σεούλ βρισκόταν υπό ιαπωνική κατοχή, τα παιδιά μας μεγάλωσαν μιλώντας ιαπωνικά, μολονότι στο σπίτι μιλούσαμε ρωσικά. Ως το 1950, φαινόταν να επικρατεί ειρήνη μεταξύ Σοβιετικών, Αμερικανών και Κορεατών στη Σεούλ. Όλοι τους ήταν πελάτες μας.

Μας Αιχμαλωτίζουν οι Βορειοκορεάτες

Όλα άλλαξαν αστραπιαία το 1950. Τα στρατεύματα των Βορειοκορεατών κατέλαβαν τη Σεούλ. Επειδή δεν καταφέραμε να διαφύγουμε, μας συνέλαβαν μαζί με άλλους ξένους πολίτες. Επί τριάμισι χρόνια, μας ανάγκαζαν να μετακινούμαστε σε διάφορα μέρη της Βόρειας Κορέας μαζί με Βρετανούς, Ρώσους, Αμερικανούς και Γάλλους αιχμαλώτους πολέμου. Μας έβαζαν να μείνουμε σε κάθε είδους στεγασμένο χώρο, και προσπαθούσαμε να αποφύγουμε τις βόμβες.

Κάπου κάπου, ζούσαμε σε σπίτια με θέρμανση, και μας έδιναν αρκετό φαγητό. Συνήθως, όμως, τρώγαμε μόνο κεχρί και κοιμόμασταν σε κρύα, εγκαταλειμμένα κτίρια. Πολλοί στην ομάδα μας πέθαναν από υποσιτισμό και παραμέληση. Ένιωθα απόγνωση όταν τα παιδιά μου υπέφεραν. Ο χειμώνας ήρθε νωρίς στη Βόρεια Κορέα. Θυμάμαι ότι ζέσταινα όλη νύχτα πέτρες στη φωτιά, τις οποίες έβαζα κάτω από εκεί όπου κοιμούνταν τα παιδιά.

Όταν ο καιρός μαλάκωσε, μερικοί Κορεάτες χωρικοί μάς έμαθαν ποια φυτά τρώγονταν, και έτσι ψάχναμε για χόρτα, μούρα, αγριοστάφυλα και μανιτάρια. Ήταν ολοφάνερο ότι οι χωρικοί δεν μας μισούσαν—απεναντίας, μας λυπούνταν για την κατάντια μας. Έμαθα να πιάνω βατράχια για να συμπληρώνω το λιγοστό φαγητό μας. Σπάραζε η καρδιά μου όταν άκουγα τα παιδιά μου να παρακαλούν όλη την ώρα για βατράχια.

Κάποιον Οκτώβριο, μάς διέταξαν να μετακινηθούμε στο Μάνπο. Μας είπαν ότι θα έβαζαν τους αρρώστους και τα μικρά παιδιά σε βοϊδάμαξες.  Η Όλια και ο πατέρας της μετακινήθηκαν πεζοί με τους υπόλοιπους. Τα μικρότερα αδέλφια της και εγώ περιμέναμε εναγωνίως επί μέρες να εμφανιστούν οι άμαξες. Κάποια στιγμή, επιτέλους εμφανίστηκαν.

Οι άρρωστοι αιχμάλωτοι στοιβάζονταν στις άμαξες σαν δεμάτια σιταριού. Ήταν φρικτό θέαμα! Με τον μικρό Ζόρα στην πλάτη, προσπάθησα να βάλω τον Κόλια σε μια γωνιά της άμαξας, αλλά εκείνος φώναζε κλαίγοντας: «Μαμά, μαμά, θέλω να έρθω μαζί σου με τα πόδια! Σε παρακαλώ μη με αφήνεις!»

Ο Κόλια με ακολουθούσε κατά πόδας, κρατώντας σφιχτά με το χεράκι του τη φούστα μου και προσπαθώντας να συμβαδίσει. Πολλοί αιχμάλωτοι τουφεκίστηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιβόητης πολυήμερης μετακίνησης. Σμήνη από κοράκια έρχονταν πίσω μας, τρώγοντας τα πτώματα. Τελικά, ξανασμίξαμε με το σύζυγό μου και την Όλια. Κλαίγαμε και αγκαλιαζόμασταν. Εκείνη τη νύχτα, ξαγρύπνησα ζεσταίνοντας πέτρες στη φωτιά. Ένιωθα ανακουφισμένη, επειδή μπορούσα να ζεστάνω όλα μου τα παιδιά.

Το 1953, κοντά στον 38ο παράλληλο που χωρίζει τη Βόρεια από τη Νότια Κορέα, η ζωή μας έγινε κάπως καλύτερη. Μας έδωσαν καθαρές στολές, παπούτσια, ψωμί, ακόμη και καραμέλες. Λίγο αργότερα, απελευθερώθηκαν οι Βρετανοί, και κατόπιν οι Γάλλοι. Εμείς, όμως, δεν ήμασταν υπήκοοι καμιάς χώρας. Όταν έφυγαν και οι τελευταίοι αιχμάλωτοι, μείναμε μόνοι μας. Κλαίγαμε απελπισμένοι και δεν μπορούσαμε ούτε να φάμε. Τότε ήταν που ο Κορεάτης αξιωματικός είπε τα σκληρά λόγια τα οποία αναφέρονται στην εισαγωγή.

Καινούρια Ζωή στις Ηνωμένες Πολιτείες

Προς έκπληξή μας, ύστερα από λίγο μας οδήγησαν μέσω της αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης στη Νότια Κορέα. Αφού μας ανέκρινε ο αμερικανικός στρατός, μας έδωσαν άδεια να μεταναστεύσουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πήραμε το καράβι για το Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνιας. Εκεί μας φρόντισε μια  φιλανθρωπική οργάνωση. Αργότερα, μετακομίσαμε στη Βιρτζίνια, όπου κάποιοι γνωστοί μας μάς βοήθησαν με καλοσύνη να σταθούμε στα πόδια μας. Τελικά, εγκατασταθήκαμε στο Μέριλαντ για να αρχίσουμε μια καινούρια ζωή.

Με το σύζυγό μου και δύο από τα παιδιά μας, 1954

Μας έκαναν εντύπωση ακόμη και απλά πράγματα, όπως μια ηλεκτρική σκούπα. Ως μετανάστες, δουλεύαμε πολύ και σκληρά. Στενοχωριόμουν, όμως, όταν έβλεπα ορισμένους που τα πήγαιναν καλά στο καινούριο τους περιβάλλον να εκμεταλλεύονται τους νεοφερμένους. Λίγο μετά την άφιξή μας, συναντήσαμε έναν ιερέα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που μας είπε: «Βρίσκεστε πλέον σε ευλογημένη χώρα. Αν θέλετε να πάτε μπροστά, μην κάνετε παρέα με τους συμπατριώτες σας». Αναστατώθηκα και προβληματίστηκα. Δεν θα έπρεπε να βοηθάμε ο ένας τον άλλον;

Το 1970, ο Μπέρνι Μπάτλμαν, ένας Μάρτυρας του Ιεχωβά, ήρθε στην πόρτα μας για να μας μιλήσει από την Αγία Γραφή. Ήταν δυναμικός και ευθύς, όπως εμείς. Συζητούσαμε επί ώρες. Επειδή είχα μεγαλώσει σε Ορθόδοξο ορφανοτροφείο, ήξερα απέξω όλο το τελετουργικό της εκκλησίας. Αλλά ποτέ δεν είχα σκεφτεί να πάρω δική μου Γραφή! Ο Μπέρνι μάς έφερε μία και είπε: «Σας δίνω αυτή τη Γραφή επειδή σας αγαπάω». Επίσης, μας σύστησε τον Μπεν, έναν ρωσόφωνο Μάρτυρα από τη Λευκορωσία.

Ο Μπεν και η σύζυγός του απαντούσαν με καλοσύνη μέσα από τη Γραφή στα ερωτήματά μου. Ήμουν, όμως, βέβαιη ότι οι Μάρτυρες είχαν διαστρεβλώσει τα ιερά συγγράμματα. Με εξόργιζε ιδιαίτερα το ότι τα έντυπά τους ανέφεραν πως η Μαρία είχε και άλλα παιδιά εκτός από τον Ιησού, ενώ η εκκλησία δίδασκε το αντίθετο.

Τηλεφώνησα σε μια Πολωνή φίλη μου και της ζήτησα να δει τα εδάφια Ματθαίος 13:55, 56 στη δική της πολωνική Γραφή. Όταν μου τα διάβασε, συγκλονίστηκα μαθαίνοντας ότι ο Ιησούς είχε όντως μικρότερα αδέλφια! Στη συνέχεια, η φίλη μου τηλεφώνησε σε κάποια γνωστή της, η οποία εργαζόταν στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στην Ουάσινγκτον, για να βρει αυτό το εδάφιο σε όλες τις μεταφράσεις της Γραφής που υπήρχαν εκεί. Εκείνη είπε ότι όλες ανέφεραν το ίδιο: Ο Ιησούς είχε πράγματι αδελφούς και αδελφές!

Με βασάνιζαν ένα σωρό άλλα ερωτήματα. Γιατί πεθαίνουν τα παιδιά; Γιατί πολεμούν τα έθνη; Γιατί οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον, ακόμη και αν μιλούν την ίδια γλώσσα; Οι απαντήσεις της Γραφής με ενθουσίασαν.  Διαπίστωσα ότι δεν είναι θέλημα Θεού το να υποφέρουμε. Χάρηκα πολύ όταν έμαθα ότι θα ξανάβλεπα αγαπημένα μου πρόσωπα που είχαν χάσει τη ζωή τους σε διάφορες συγκρούσεις. Με τον καιρό, ο Ιεχωβά έγινε πραγματικός για εμένα.

Κάποτε, στεκόμουν μπροστά στις εικόνες μου και εκλιπαρούσα τον Θεό για βοήθεια μαζί με το γιο μου, ο οποίος είχε μόλις επιστρέψει από τον πόλεμο του Βιετνάμ και ένιωθε έντονο συναισθηματικό πόνο. Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι οι προσευχές μου δεν έπρεπε να απευθύνονται στις εικόνες, αλλά στον ζωντανό Θεό, τον Ιεχωβά. Τις κατέστρεψα και είδα ότι ήταν απλώς χρωματιστό χαρτί. Παρότι τις είχα αγοράσει από την εκκλησία, εκείνο το βράδυ τις πέταξα.

Δεν ήταν εύκολο να απαγκιστρωθώ από τη θρησκεία στην οποία είχα ανατραφεί. Εντούτοις, θεωρούσα πια τα όσα διδάσκει η Γραφή σημαντικότερα από καθετί άλλο. Έπειτα από έναν χρόνο, πήγα με την κόρη μου και το σύζυγό μου σε κάποιον ιερέα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Είχα ένα σημειωματάριο γεμάτο Γραφικά ερωτήματα και από κάτω εδάφια. Καθώς διάβαζα δυνατά τα Γραφικά εδάφια, ο ιερέας κούνησε το κεφάλι του, λέγοντας: «Είστε χαμένη υπόθεση». Μας είπε να μην τον ξαναενοχλήσουμε.

Αυτό το περιστατικό έκανε εντύπωση στην κόρη μου, την Όλια, η οποία είχε ισχυρή προσωπικότητα και ερευνητικό μυαλό. Άρχισε και εκείνη να εξετάζει προσεκτικά τη Γραφή και σύντομα παρακολουθούσε μαζί μου τις συναθροίσεις των Μαρτύρων. Βαφτίστηκα το 1972, και η Όλια τον επόμενο χρόνο.

Το Σύνθημα της Οικογένειάς Μας

Στον κήπο του σπιτιού μου στο Μέριλαντ των ΗΠΑ, περίπου το 1990

Το σύνθημά μας είναι: Επικεντρώσου στο παρόν, άφησε πίσω το παρελθόν. Έτσι λοιπόν, ποτέ δεν διστάζαμε να κάνουμε κάτι καινούριο αν είχαμε πειστεί ότι ήταν σωστό. Όταν η κόρη μου και εγώ αρχίσαμε να αναπτύσσουμε σχέση με τον Θεό, νιώσαμε την ισχυρή επιθυμία να πάμε στα σπίτια των ανθρώπων και να τους πούμε όσα μαθαίναμε. Οφείλω να παραδεχτώ ότι, λόγω του ευθύ και απότομου χαρακτήρα μου, μερικές φορές χρειαζόταν να παρέμβουν οι άλλοι για να εξομαλύνουν τα πράγματα. Με τον καιρό, όμως, έμαθα να μιλώ σε ανθρώπους κάθε εθνικότητας και παρελθόντος οι οποίοι, όπως και εγώ, αναζητούσαν μια καλύτερη ζωή.

Στα μετέπειτα χρόνια, λέγαμε πολλές φορές με την κόρη μου ότι, αν έπεφτε ποτέ το Σιδηρούν Παραπέτασμα, θα πηγαίναμε στη Ρωσία για να βοηθήσουμε ανθρώπους σαν εμάς να μάθουν για τον Θεό. Όταν αυτό συνέβη στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Όλια πραγματοποίησε το όνειρο και για τις δυο μας. Μετακόμισε στη Ρωσία και επί 14 χρόνια υπηρετούσε εκεί ως ολοχρόνια διάκονος. Μελέτησε τη Γραφή με πολλούς και βοήθησε στη μετάφραση των Γραφικών εντύπων από την αγγλική στη ρωσική στο γραφείο τμήματος των Μαρτύρων του Ιεχωβά στη Ρωσία.

Τώρα είμαι κατάκοιτη, και τα παιδιά μου κάνουν ό,τι μπορούν για να είναι η ζωή μου όσο το δυνατόν πιο άνετη. Ευχαριστώ τον Θεό που, μολονότι υπέφερα στα νιάτα μου, βρήκα όντως μια καλύτερη ζωή. Έχω διαπιστώσει πόσο αληθινά είναι τα λόγια του ποιμένα Δαβίδ στο γραφικό ψαλμό: «[Ο Θεός] με φέρνει σε τόπους ανάπαυσης με άφθονα νερά. Αναζωογονεί την ψυχή μου. Με οδηγεί στα μονοπάτια της δικαιοσύνης για χάρη του ονόματός του».Ψαλμός 23:2, 3. *

^ παρ. 29 Η Μαρία Κίλιν κοιμήθηκε τον ύπνο του θανάτου την 1η Μαρτίου 2010, ενόσω αυτή η προσωπική αφήγηση ετοιμαζόταν για δημοσίευση.