Ρύθμιση προσβασιμότητας

Επιλέξτε γλώσσα

Μετάβαση στο δευτερεύον μενού

Μετάβαση στον πίνακα περιεχομένων

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μάρτυρες του Ιεχωβά

Ελληνική

Η ΣΚΟΠΙΑ (ΕΚΔΟΣΗ ΜΕΛΕΤΗΣ) ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2015

 ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ευλογίες “σε Ευνοϊκό Καιρό και σε Δυσμενή Καιρό”

Ευλογίες “σε Ευνοϊκό Καιρό και σε Δυσμενή Καιρό”

ΟΤΑΝ ήρθα στον κόσμο τον Μάρτιο του 1930, περιστοιχιζόμουν από συγγενείς και φίλους οι οποίοι υπηρετούσαν πιστά τον Ιεχωβά. Αυτό συνέβη στο χωριό Ναμκούμπα, κοντά στην πόλη Λιλόνγκουε, στη σημερινή Μαλάουι. Το 1942, αφιέρωσα τη ζωή μου στον Θεό και βαφτίστηκα σε ένα από τα όμορφα ποτάμια μας. Στα 70 χρόνια που ακολούθησαν, προσπάθησα να κάνω αυτό που συμβούλεψε ο απόστολος Παύλος τον Τιμόθεο—να “κηρύξω το λόγο . . . με το αίσθημα του επείγοντος σε ευνοϊκό καιρό και σε δυσμενή καιρό”.2 Τιμ. 4:2.

Η πρώτη επίσκεψη του Νάθαν Ο. Νορ και του Μίλτον Τζ. Χένσελ στη Μαλάουι στις αρχές του 1948 γέννησε μέσα μου την επιθυμία να υπηρετήσω τον Ιεχωβά ολοχρόνια. Θυμάμαι με συγκίνηση τα ενθαρρυντικά σχόλια εκείνων των εκπροσώπων από τα παγκόσμια κεντρικά γραφεία των Μαρτύρων του Ιεχωβά στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Όρθιοι σε ένα λασπωμένο χωράφι, περίπου 6.000 από εμάς ακούσαμε με προσοχή την υποκινητική ομιλία του αδελφού Νορ με θέμα «Μόνιμος Κυβερνήτης Όλων των Εθνών».

Όταν συνάντησα τη Λίντασι, μια αξιαγάπητη αδελφή η οποία είχε ανατραφεί όπως και εγώ σε οικογένεια Μαρτύρων, έμαθα ότι και εκείνη είχε ως στόχο της την ολοχρόνια διακονία. Παντρευτήκαμε το 1950, και το 1953 είχαμε ήδη δυο παιδιά. Παρ’ όλο που η ανατροφή τους συνεπαγόταν επιπρόσθετες ευθύνες, αποφασίσαμε ότι μπορούσα να ξεκινήσω το τακτικό σκαπανικό. Δυο χρόνια αργότερα, προσκλήθηκα να υπηρετήσω ως ειδικός σκαπανέας.

Έπειτα από λίγο καιρό, μου δόθηκε το προνόμιο να επισκέπτομαι εκκλησίες ως επίσκοπος περιοχής. Χάρη στη θαυμάσια υποστήριξη της Λίντασι, μπορούσα να φροντίζω την οικογένειά μας τόσο υλικά όσο και πνευματικά ενώ παράλληλα έκανα αυτό το έργο. * Ωστόσο, είχαμε την ένθερμη επιθυμία να είμαστε και οι δύο στην ολοχρόνια διακονία. Με προσεκτικό προγραμματισμό και με τη συνεργασία των παιδιών μας, η Λίντασι κατάφερε να ξεκινήσει την ολοχρόνια υπηρεσία το 1960.

Οι συνελεύσεις μάς ενίσχυσαν για τον μελλοντικό διωγμό

Απολαύσαμε εκείνους τους ευνοϊκούς καιρούς, υπηρετώντας τους αδελφούς και τις αδελφές μας σε διάφορες εκκλησίες. Οι διορισμοί μας μάς ταξίδεψαν από τις όμορφες βουνοπλαγιές του όρους Μουλάντζε, στον νότο, μέχρι τις γαλήνιες όχθες της λίμνης Μαλάουι, η οποία εκτείνεται σχεδόν σε όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς της χώρας. Είδαμε τους ευαγγελιζομένους και τις εκκλησίες στις περιοχές όπου υπηρετήσαμε να αυξάνονται με σταθερό ρυθμό.

Το 1962 απολαύσαμε τη Συνέλευση Περιφερείας «Θαρραλέοι Διάκονοι». Όπως αποδείχτηκε, τέτοιες  πνευματικές περιστάσεις ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόμασταν όλοι μας στη Μαλάουι ώστε να προετοιμαστούμε για τους δυσμενείς καιρούς που θα ακολουθούσαν. Το επόμενο έτος, ο αδελφός Χένσελ επισκέφτηκε ξανά τη χώρα, και στην ειδική συνέλευση που διεξάχθηκε έξω από την πόλη Μπλαντάιρ παρευρέθηκαν περίπου 10.000 άτομα. Εκείνη η ενθαρρυντική συνέλευση μας ενίσχυσε και μας βοήθησε ώστε να αντιμετωπίσουμε τις επερχόμενες δοκιμασίες.

ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΔΥΣΜΕΝΕΙΣ ΚΑΙΡΟΙ

Το έργο απαγορεύτηκε και η κυβέρνηση κατέσχεσε τις εγκαταστάσεις του γραφείου τμήματος

Το 1964 οι Μάρτυρες υπέμειναν σφοδρές δοκιμασίες επειδή αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε πολιτικές δραστηριότητες. Μέσα σε ένα κύμα διωγμού, πάνω από 100 Αίθουσες Βασιλείας και περισσότερα από 1.000 σπίτια Μαρτύρων καταστράφηκαν. Εντούτοις, μπορέσαμε να συνεχίσουμε το έργο περιοδεύοντα επισκόπου μέχρις ότου η κυβέρνηση της Μαλάουι έθεσε τους Μάρτυρες υπό απαγόρευση το 1967. Οι εγκαταστάσεις του γραφείου τμήματος στο Μπλαντάιρ κατασχέθηκαν, οι ιεραπόστολοι απελάθηκαν και πολλοί ντόπιοι Μάρτυρες φυλακίστηκαν—ανάμεσά τους η Λίντασι και εγώ. Μετά την απελευθέρωσή μας, συνεχίσαμε διακριτικά το έργο περιοδεύοντα επισκόπου.

Κάποια μέρα τον Οκτώβριο του 1972, περίπου εκατό μέλη ενός ένοπλου πολιτικού κινήματος, γνωστού ως Κοινωνία Νέων της Μαλάουι, κατευθύνθηκαν προς το σπίτι μας. Αλλά ένας από αυτούς έτρεξε μπροστά από τους υπόλοιπους και μου είπε να κρυφτώ επειδή σκόπευαν να με σκοτώσουν. Είπα στη σύζυγο και στα παιδιά μου να κρυφτούν ανάμεσα σε κάτι μπανανιές εκεί κοντά. Κατόπιν έτρεξα και σκαρφάλωσα σε ένα μεγάλο δέντρο μάνγκο. Από εκεί, τους παρατηρούσα να καταστρέφουν το σπίτι και όλα μας τα υπάρχοντα.

Επειδή οι αδελφοί μας δεν αναμειγνύονταν στην πολιτική, τους έκαιγαν τα σπίτια

Καθώς ο διωγμός στη Μαλάουι εντεινόταν, χιλιάδες από εμάς εγκατέλειπαν τη χώρα. Η οικογένειά μας έμεινε σε ένα στρατόπεδο προσφύγων στη δυτική Μοζαμβίκη μέχρι τον Ιούνιο του 1974. Εκείνο το διάστημα, η Λίντασι και εγώ διοριστήκαμε να υπηρετήσουμε ως ειδικοί σκαπανείς στο Ντόμουε της Μοζαμβίκης, κοντά στα σύνορα με τη Μαλάουι. Συνεχίσαμε σε αυτή την υπηρεσία μέχρι το 1975, όταν η Μοζαμβίκη κέρδισε την ανεξαρτησία της από την Πορτογαλία. Τότε, μαζί με άλλους Μάρτυρες, υποχρεωθήκαμε να επιστρέψουμε στη Μαλάουι και στους διώκτες που είχαμε αφήσει πίσω.

Όταν γυρίσαμε, διορίστηκα να επισκέπτομαι εκκλησίες στην πρωτεύουσα, το Λιλόνγκουε. Παρά τον διωγμό και όλες τις αντιξοότητες, ο αριθμός των εκκλησιών αύξανε στις περιοχές όπου είχαμε το προνόμιο να υπηρετούμε.

ΝΙΩΣΑΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ

Κάποια φορά, πήγαμε σε ένα χωριό την ώρα που γινόταν μια πολιτική συγκέντρωση. Μερικοί από τους οπαδούς του κόμματος ανακάλυψαν ότι είμαστε Μάρτυρες και μας ανάγκασαν να καθήσουμε ανάμεσα στα μέλη ενός πολιτικού κινήματος νεολαίας που ονομαζόταν Νεαροί Πρωτοπόροι της Μαλάουι. Προσευχηθήκαμε ένθερμα στον Ιεχωβά ζητώντας βοήθεια και κατεύθυνση σε εκείνη την κρίσιμη κατάσταση. Όταν  τελείωσε η συγκέντρωση, άρχισαν να μας χτυπούν. Μια ηλικιωμένη γυναίκα ήρθε τρέχοντας και φώναξε: «Σας παρακαλώ, αφήστε τους ήσυχους! Αυτός ο άνθρωπος είναι γιος του αδελφού μου. Αφήστε τον να συνεχίσει το ταξίδι του!» Ο επικεφαλής της συγκέντρωσης είπε: «Αφήστε τους να φύγουν!» Δεν ξέρουμε γιατί το έκανε αυτό εκείνη η γυναίκα, μιας και στην πραγματικότητα δεν ήταν συγγενής μας, αλλά νιώθουμε ότι ο Ιεχωβά πρέπει να άκουσε την προσευχή μας.

Κάρτα του κόμματος

Το 1981 συναντήσαμε ξανά κάποιους από τους Νεαρούς Πρωτοπόρους της Μαλάουι. Πήραν τα ποδήλατα και τις αποσκευές μας, καθώς και κούτες με βιβλία και κάποια έγγραφα που αφορούσαν την περιοχή που υπηρετούσαμε. Καταφέραμε να ξεφύγουμε και πήγαμε στο σπίτι ενός πρεσβυτέρου. Καταφύγαμε και πάλι στην προσευχή. Ανησυχούσαμε επειδή μας είχαν πάρει εκείνα τα έγγραφα που περιείχαν τόσες πληροφορίες. Όταν οι Νεαροί Πρωτοπόροι τα εξέτασαν, είδαν επιστολές από κάθε γωνιά της Μαλάουι που απευθύνονταν σε εμένα. Αυτό τους τρόμαξε, επειδή νόμιζαν ότι είμαι κυβερνητικός αξιωματούχος. Γι’ αυτό, επέστρεψαν αμέσως στους τοπικούς πρεσβυτέρους όλα όσα είχαν πάρει, χωρίς να πειράξουν τίποτα.

Μια άλλη φορά, διασχίζαμε με πλοιάριο ένα ποτάμι. Ο ιδιοκτήτης του πλοιαρίου, που ήταν ο τοπικός πολιτικός αρχηγός, αποφάσισε να ελέγξει αν όλοι οι επιβάτες είχαν κάρτα του κόμματος. Καθώς μας πλησίαζε, ανακάλυψε έναν κλέφτη ο οποίος καταζητούνταν από τις αρχές. Αυτό προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση και έτσι σταμάτησε ο έλεγχος για κάρτες του κόμματος. Για άλλη μια φορά, νιώσαμε τη στοργική υποστήριξη του Ιεχωβά.

ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΦΥΛΑΚΙΣΗ

Τον Φεβρουάριο του 1984, πήγαινα προς το Λιλόνγκουε για να παραδώσω κάποιες εκθέσεις που προορίζονταν για το γραφείο τμήματος της Ζάμπιας. Ένας αστυνομικός με σταμάτησε και έψαξε την τσάντα μου. Βρήκε μερικά Γραφικά έντυπα και γι’ αυτό με οδήγησε στο αστυνομικό τμήμα και άρχισε να με χτυπάει. Μετά με έδεσε με σχοινιά και με έβαλε σε ένα δωμάτιο μαζί με άλλους κρατουμένους οι οποίοι είχαν συλληφθεί επειδή είχαν κλοπιμαία στην κατοχή τους.

Την επόμενη μέρα, ο διοικητής της αστυνομίας με πήγε σε κάποιο άλλο δωμάτιο και εκεί έγραψε μια δήλωση η οποία έλεγε: «Εγώ, ο Τρόφιμ Ρ. Νσόμπα, έπαψα να είμαι Μάρτυρας του Ιεχωβά προκειμένου να αφεθώ ελεύθερος». Τότε εγώ του είπα: «Είμαι πρόθυμος, όχι μόνο να πάω στη φυλακή, αλλά και να πεθάνω. Παραμένω Μάρτυρας του Ιεχωβά». Αρνήθηκα να την υπογράψω. Αυτό τον εξόργισε—χτύπησε τη γροθιά του πάνω στο γραφείο τόσο δυνατά ώστε ένας αστυνομικός ήρθε τρέχοντας από το διπλανό δωμάτιο για να δει τι είχε συμβεί. Ο διοικητής τού είπε: «Αυτός ο άνθρωπος αρνείται να υπογράψει ότι δεν θα κηρύττει πια. Γι’ αυτό, δώσε του να υπογράψει ότι είναι Μάρτυρας του Ιεχωβά, και θα τον στείλουμε στη φυλακή στο Λιλόνγκουε». Όλο εκείνο το διάστημα, η αγαπημένη μου σύζυγος αναρωτιόταν τι μου συνέβαινε. Τέσσερις μέρες αργότερα, κάποιοι αδελφοί μπόρεσαν τελικά να της πουν πού βρισκόμουν.

Στο αστυνομικό τμήμα του Λιλόνγκουε μου συμπεριφέρθηκαν καλά. Ο διοικητής της αστυνομίας μού είπε: «Ορίστε, αυτό το πιάτο με το ρύζι είναι δικό  σου, επειδή έχεις φυλακιστεί για τον Λόγο του Θεού. Οι υπόλοιποι εδώ είναι κλέφτες». Μετά με έστειλε στις φυλακές Κατσέρε, όπου έμεινα πέντε μήνες.

Ο διευθυντής της φυλακής ήταν χαρούμενος που βρισκόμουν εκεί. Ήθελε να γίνω ο «ιερέας» της φυλακής. Απομάκρυνε τον ιερέα που είχαν, λέγοντάς του: «Δεν θέλω να ξαναδιδάξεις τον Λόγο του Θεού εδώ. Εσύ είσαι στη φυλακή επειδή έκλεψες την εκκλησία σου!» Έτσι λοιπόν, μου ανέθεσε να διδάσκω την Αγία Γραφή κάθε εβδομάδα στις συγκεντρώσεις που οργανώθηκαν για τους φυλακισμένους.

Αργότερα, όμως, η κατάσταση άλλαξε προς το χειρότερο. Οι αξιωματούχοι της φυλακής με ανέκριναν για να μάθουν πόσοι Μάρτυρες υπήρχαν στη Μαλάουι. Επειδή δεν τους έδινα ικανοποιητική απάντηση, με χτύπησαν μέχρις ότου λιποθύμησα. Μια άλλη φορά, ήθελαν να μάθουν πού είναι τα κεντρικά μας γραφεία. Τους είπα: «Αυτό που με ρωτάτε είναι απλό και θα σας απαντήσω». Οι αστυνομικοί χάρηκαν και άρχισαν να ηχογραφούν με το κασετόφωνό τους. Τους είπα ότι η Γραφή περιγράφει πού βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Γεμάτοι έκπληξη με ρώτησαν: «Σε ποιο σημείο;»

«Στο εδάφιο Ησαΐας 43:12», απάντησα. Έψαξαν να το βρουν και το διάβασαν προσεκτικά: «“Εσείς είστε μάρτυρές μου”, λέει ο Ιεχωβά, “και εγώ είμαι ο Θεός”». Διάβασαν αυτή την περικοπή τρεις φορές. Έπειτα ρώτησαν: «Πώς είναι δυνατόν να βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία των Μαρτύρων του Ιεχωβά εδώ, στη Γραφή, και όχι στην Αμερική;» Τους είπα: «Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά στην Αμερική πιστεύουν και εκείνοι ότι αυτό το εδάφιο περιγράφει πού βρίσκονται τα κεντρικά τους γραφεία». Επειδή δεν τους έλεγα αυτό που ήθελαν να ακούσουν, με μετέφεραν στις φυλακές Εντζαλέκα λίγο βορειότερα του Λιλόνγκουε.

ΕΥΛΟΓΙΕΣ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΕ ΔΥΣΜΕΝΕΙΣ ΚΑΙΡΟΥΣ

Τον Ιούλιο του 1984, βρέθηκα στις φυλακές Εντζαλέκα μαζί με άλλους 81 Μάρτυρες. Εκεί υπήρχαν 300 κρατούμενοι, οι οποίοι ήταν τόσο στριμωγμένοι ώστε κοιμόντουσαν στο πάτωμα ακουμπώντας ο ένας στην πλάτη του άλλου. Εμείς οι Μάρτυρες μπορέσαμε σιγά σιγά να χωριστούμε σε μικρές ομάδες και να συζητάμε κάθε μέρα ένα εδάφιο, το οποίο πρότεινε ένας διαφορετικός αδελφός κάθε φορά. Αυτό μας ενθάρρυνε πολύ.

Αργότερα, ο διευθυντής της φυλακής μάς χώρισε από τους υπόλοιπους κρατουμένους. Κάποιος φύλακας μας εκμυστηρεύτηκε: «Η κυβέρνηση δεν σας μισεί. Σας κρατάμε στη φυλακή για δύο λόγους: Επειδή φοβούνται ότι θα σας σκοτώσουν οι Νεαροί Πρωτοπόροι και επειδή κηρύττετε για κάποιον μελλοντικό πόλεμο—η κυβέρνηση φοβάται ότι οι στρατιώτες της θα το βάλουν στα πόδια αν γίνει τέτοιος πόλεμος».

Αδελφοί οδηγούνται στη φυλακή μετά τη δίκη τους

Τον Οκτώβριο του 1984, κληθήκαμε όλοι μας να παρουσιαστούμε στο δικαστήριο. Καθένας μας καταδικάστηκε σε διετή φυλάκιση. Όπως και παλιότερα, μας έβαλαν μαζί με κρατουμένους που δεν ήταν Μάρτυρες. Παρ’ όλα αυτά, ο διευθυντής της φυλακής είπε μπροστά σε όλους: «Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν καπνίζουν. Γι’ αυτό, εσείς οι φύλακες, μην τους ενοχλείτε ζητώντας να σας δώσουν τσιγάρο και μην τους στέλνετε να σας φέρουν κάποιο αναμμένο  κάρβουνο για να ανάψετε το τσιγάρο σας. Αυτοί είναι άνθρωποι του Θεού! Πρέπει να δίνετε φαγητό σε όλους τους Μάρτυρες του Ιεχωβά δύο φορές τη μέρα, επειδή δεν βρίσκονται εδώ για κάποιο έγκλημα αλλά λόγω των Γραφικών τους πεποιθήσεων».

Η καλή μας φήμη είχε ως αποτέλεσμα και άλλα προνόμια. Όταν σκοτείνιαζε ή έβρεχε, οι κρατούμενοι δεν επιτρεπόταν να κυκλοφορούν ελεύθερα. Εμείς όμως μπορούσαμε να βγαίνουμε από το κτίριο όποτε θέλαμε. Ήξεραν ότι δεν θα επιχειρούσαμε να δραπετεύσουμε. Μάλιστα, μια φορά που είχε αρρωστήσει ένας φύλακας ο οποίος μας επιτηρούσε ενώ εργαζόμασταν στα χωράφια, τον μεταφέραμε πίσω στη φυλακή για να του δοθεί η απαραίτητη φροντίδα. Οι αξιωματούχοι της φυλακής γνώριζαν ότι μπορούσαν να μας εμπιστεύονται. Έτσι λοιπόν, διατηρώντας καλή διαγωγή, είχαμε την ευλογία να δούμε το όνομα του Ιεχωβά να δοξάζεται από το στόμα των διωκτών μας.1 Πέτρ. 2:12. *

ΞΑΝΑ ΕΥΝΟΪΚΟΣ ΚΑΙΡΟΣ

Στις 11 Μαΐου 1985, αφέθηκα ελεύθερος από τις φυλακές Εντζαλέκα. Τι χαρά ένιωσα όταν ενώθηκα ξανά με την οικογένειά μου! Ευχαριστούμε τον Ιεχωβά που μας βοήθησε να διακρατήσουμε την ακεραιότητά μας σε εκείνους τους τόσο δυσμενείς καιρούς. Σχετικά με αυτή την περίοδο, αισθανόμαστε σαν τον απόστολο Παύλο, ο οποίος έγραψε: «Δεν θέλουμε να έχετε άγνοια, αδελφοί, για τη θλίψη που μας βρήκε . . . Ήμασταν πολύ αβέβαιοι ακόμη και για τη ζωή μας. Μάλιστα, νιώσαμε μέσα μας ότι είχαμε λάβει την ποινή του θανάτου. Και αυτό, για να εμπιστευόμαστε, όχι στον εαυτό μας, αλλά στον Θεό που εγείρει τους νεκρούς. Από κάτι τόσο μεγάλο όσο ο θάνατος μας έσωσε».2 Κορ. 1:8-10.

Ο αδελφός Νσόμπα και η σύζυγός του η Λίντασι μπροστά σε μια Αίθουσα Βασιλείας το 2004

Πράγματι, υπήρχαν στιγμές που φαινόταν ότι δεν θα επιβιώναμε. Αλλά ζητούσαμε πάντα από τον Ιεχωβά να μας δίνει θάρρος καθώς και σοφία για να παραμένουμε ταπεινοί ώστε να συνεχίσουμε να φέρνουμε δόξα στο μεγάλο του όνομα.

Ο Ιεχωβά μάς έδωσε ευλογίες στην υπηρεσία του, τόσο σε ευνοϊκό όσο και σε δυσμενή καιρό. Πόσο συναρπαστικό είναι να βλέπουμε τώρα το γραφείο τμήματος στο Λιλόνγκουε, το οποίο ολοκληρώθηκε το 2000, αλλά και πάνω από 1.000 νέες Αίθουσες Βασιλείας που έχουν οικοδομηθεί σε όλη τη Μαλάουι! Πράγματι, ο Ιεχωβά μάς έχει ευλογήσει τόσο πολύ πνευματικά ώστε, για τη Λίντασι και εμένα, είναι σαν να ζούμε ένα όνειρο! *

^ παρ. 7 Οι αδελφοί οι οποίοι έχουν ανήλικα παιδιά που μένουν κάτω από την ίδια στέγη δεν καλούνται πλέον να υπηρετήσουν στο έργο περιοχής.

^ παρ. 30 Για λεπτομέρειες σε σχέση με τον διωγμό στη Μαλάουι, βλέπε Βιβλίο Έτους των Μαρτύρων του Ιεχωβά 1999, σελίδες 170-223.

^ παρ. 34 Ενόσω αυτό το άρθρο ετοιμαζόταν για δημοσίευση, ο αδελφός Νσόμπα κοιμήθηκε τον ύπνο του θανάτου σε ηλικία 83 ετών.