Αφήγηση από τη Λόις Ντίντουρ

Όλοι μας έχουμε πει κάποτε στη ζωή μας: “Μακάρι να μην είχα κάνει αυτή την επιλογή”. Και όμως, έπειτα από 50 χρόνια στην ολοχρόνια υπηρεσία, δεν μπορώ να σκεφτώ ούτε μια φορά που να μετάνιωσα επειδή ήμουν στα δεξιά του Ιεχωβά. Επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω το λόγο.

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ το 1939 και μεγάλωσα σε κάποια αγροτική περιοχή του Σασκάτσιουαν, στον Καναδά, μαζί με τα αδέλφια μου, τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι. Η ζωή στο αγρόκτημα κυλούσε ευχάριστα. Μια μέρα, μας επισκέφτηκαν Μάρτυρες του Ιεχωβά και τους ρώτησα αν ο Θεός έχει όνομα. Εκείνοι μας έδειξαν το όνομα Ιεχωβά στο εδάφιο Ψαλμός 83:18. Αυτό κέντρισε την επιθυμία μου να μάθω περισσότερα για τον Θεό και το Λόγο του.

Εκείνα τα χρόνια, τα παιδιά των αγροτών πήγαιναν σε μικρά επαρχιακά σχολεία μέχρι την όγδοη τάξη. Κάλυπταν τη μεγάλη απόσταση ως το σχολείο με το άλογο ή με τα πόδια. Για τις ανάγκες του δασκάλου φρόντιζαν οι τοπικές οικογένειες. Κάποια χρονιά, ήταν η σειρά των γονέων μου να φιλοξενήσουν τον καινούριο δάσκαλο, τον Τζον Ντίντουρ.

Χωρίς να το γνωρίζω, αυτός ο νεαρός ενδιαφερόταν πολύ για το Λόγο του Θεού όπως και εγώ. Κάποια φορά που εκθείαζα τον κομμουνισμό και το σοσιαλισμό, συστήματα που τότε υποστήριζε ο πατέρας μου, ο Τζον είπε ήρεμα: «Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να εξουσιάζει τους συνανθρώπους του. Μόνο ο Θεός έχει αυτό το δικαίωμα». Τα λόγια του έδωσαν το έναυσμα για πολλές ενδιαφέρουσες συζητήσεις.

Ο Τζον, ο οποίος γεννήθηκε το 1931, είχε ακούσει για τα δεινά του πολέμου. Όταν ξέσπασε ο Πόλεμος της Κορέας το 1950, ρώτησε διάφορους κληρικούς αν ήταν σωστό να αναμειγνύονται στον πόλεμο. Όλοι απάντησαν ότι οι Χριστιανοί μπορούσαν να παίρνουν όπλο. Αργότερα, έκανε την ίδια ερώτηση και στους Μάρτυρες του Ιεχωβά. Αυτοί του επισήμαναν τη Γραφική στάση των πρώτων Χριστιανών  απέναντι στον πόλεμο. Ο Τζον βαφτίστηκε το 1955. Την επόμενη χρονιά βαφτίστηκα και εγώ. Και οι δυο μας θέλαμε να υπηρετήσουμε τον Ιεχωβά με όλη τη ζωτικότητα και το σφρίγος μας. (Ψαλμ. 37:3, 4) Τον Ιούλιο του 1957, παντρευτήκαμε.

Πολλές φορές, η επέτειος του γάμου μας συνέπιπτε με συνελεύσεις περιφερείας. Ήταν χαρά μας να βρισκόμαστε στη συντροφιά χιλιάδων ατόμων που σέβονταν το γάμο. Η πρώτη διεθνής συνέλευση που παρακολουθήσαμε ήταν το 1958. Μαζί με άλλα τρία άτομα, ξεκινήσαμε οδικώς από το Σασκάτσιουαν για τη Νέα Υόρκη. Επί μία εβδομάδα, την ημέρα ταξιδεύαμε και τη νύχτα κοιμόμασταν σε σκηνή. Φανταστείτε την έκπληξή μας όταν ένας αδελφός που γνωρίσαμε στο Μπέθλιχεμ της Πενσυλβανίας μάς κάλεσε να μείνουμε μαζί με την οικογένειά του εκείνη τη νύχτα! Χάρη στην αυθόρμητη καλοσύνη του, φτάσαμε στη Νέα Υόρκη καθαροί και περιποιημένοι. Η τεράστια εκείνη συνέλευση εντύπωσε μέσα μας την εξαιρετική ευχαρίστηση που φέρνει η υπηρεσία του Ιεχωβά! Όπως έγραψε ο ψαλμωδός, «τερπνότητα είναι στα δεξιά σου για πάντα».​—Ψαλμ. 16:11.

ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΣΚΑΠΑΝΕΑ

Τον επόμενο χρόνο, το 1959, είχαμε αρχίσει το σκαπανικό και ζούσαμε σε ένα μικρό τροχόσπιτο στην κορυφή ενός λόφου στο Σασκάτσιουαν, περιτριγυρισμένοι από λιβάδια. Από εκεί, η θέα απλωνόταν χιλιόμετρα μακριά, αρκετά από τα οποία ανήκαν στον τομέα μας.

Κάποια μέρα, έφτασε μια ενδιαφέρουσα επιστολή από το γραφείο τμήματος. Έτρεξα να το πω στον Τζον που επισκεύαζε το τρακτέρ. Η επιστολή μάς προσκαλούσε να υπηρετήσουμε ως ειδικοί σκαπανείς στο Ρεντ Λέικ του Οντάριο. Επειδή δεν ξέραμε πού βρισκόταν αυτό το μέρος, ανοίξαμε αμέσως το χάρτη για να το εντοπίσουμε.

Πόσο διαφορετική ήταν αυτή η περιοχή από τα απέραντα λιβάδια του Σασκάτσιουαν! Τώρα βλέπαμε τεράστια δάση και μικρές πόλεις κοντά σε χρυσωρυχεία. Την πρώτη μέρα, καθώς ψάχναμε πού να μείνουμε, ένα κοριτσάκι άκουσε τη συζήτησή μας με κάποια γειτόνισσα. Έτρεξε να το πει στη μητέρα της, και εκείνη προσφέρθηκε να μας φιλοξενήσει. Το κρεβάτι ήταν μέσα σε ένα υπόγειο κελάρι. Την επομένη, βρήκαμε ένα ξύλινο σπιτάκι δύο δωματίων που δεν διέθετε υδραυλικές εγκαταστάσεις ούτε έπιπλα, παρά μόνο μια ξυλόσομπα. Αγοράσαμε μερικά μεταχειρισμένα πράγματα, και σύντομα τακτοποιηθήκαμε.

Δεν υπήρχε εκκλησία σε ακτίνα 200 χιλιομέτρων. Πολλοί εργάτες που δούλευαν στα χρυσωρυχεία είχαν έρθει από την Ευρώπη και ζητούσαν να τους φέρουμε Γραφή στη γλώσσα τους. Πριν περάσει καιρός, είχαμε 30 θαυμάσιες Γραφικές μελέτες. Μέσα σε έξι μήνες, σχηματίστηκε μια μικρή εκκλησία.

Ο σύζυγος κάποιας κυρίας με την οποία μελετούσαμε τηλεφώνησε στον ιερέα του και του ζήτησε να έρθει για να την επαναφέρει στον «ίσιο δρόμο». Σε εκείνη τη συνάντηση, ο ιερέας είπε ότι έπρεπε να διδάσκουμε και την Τριάδα. Η κυρία έφερε την Καθολική της Γραφή και ζήτησε από τον ιερέα να αποδείξει τα λεγόμενά του. Εκείνος έσπρωξε με δύναμη τη Γραφή πάνω στο τραπέζι, λέγοντας ότι δεν είχε να αποδείξει τίποτα. Καθώς έφευγε, είπε στα ουκρανικά ότι έπρεπε να μας πετάξουν έξω και να μη μας ξαναδεχτούν ποτέ. Πού να ήξερε ότι ο Τζον καταλάβαινε ουκρανικά!

Λίγο αργότερα, φύγαμε από το Ρεντ Λέικ για να εκπαιδευτεί ο Τζον στο έργο περιοχής. Ωστόσο, έπειτα από έναν περίπου χρόνο, όταν ο Τζον εκφωνούσε την ομιλία βαφτίσματος σε μια συνέλευση περιφερείας, εκείνος ο σύζυγος ήταν ανάμεσα στους υποψηφίους για βάφτισμα! Το περιστατικό με τον ιερέα τον ώθησε να ερευνήσει τη Γραφή.

 ΠΟΛΥΑΣΧΟΛΟΙ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

Στο έργο περιοχής, είχαμε την ξεχωριστή χαρά να φιλοξενηθούμε από πολλές οικογένειες. Αναπτύξαμε πολύ στενούς δεσμούς με αυτά τα άτομα που μοιράζονταν το σπίτι τους και τη ζωή τους μαζί μας. Κάποτε μείναμε σε ένα δωμάτιο που δεν είχε θέρμανση, στον πάνω όροφο ενός σπιτιού. Νωρίς κάθε πρωί, ακούγαμε την ηλικιωμένη αδελφή να μπαίνει ήσυχα στο δωμάτιό μας για να ανάψει μια μικρή σομπίτσα. Σε λίγο, ερχόταν ξανά κρατώντας μια λεκάνη και ζεστό νερό για να πλυθούμε και να ετοιμαστούμε. Έμαθα πολλά από την ηρεμία και την ευγένεια εκείνης της αδελφής.

Το έργο περιοχής με βοήθησε να έρθω πιο κοντά στον Ιεχωβά. Στην Αλμπέρτα υπήρχε κάποια πόλη μεταλλωρύχων στο μακρινό βορρά όπου ζούσε μια αδελφή. Πώς έβλεπε η οργάνωση του Ιεχωβά εκείνη την απομονωμένη αδελφή; Κάθε έξι μήνες, πηγαίναμε αεροπορικώς και αφιερώναμε όλη την εβδομάδα για να βγούμε στο έργο και να διεξαγάγουμε συναθροίσεις μαζί της, όπως κάναμε και στις εκκλησίες των μεγάλων πόλεων. Ήταν μια συγκινητική υπενθύμιση της τρυφερής φροντίδας του Ιεχωβά για το κάθε προβατάκι του.

Διατηρούσαμε την επαφή με πολλούς από εκείνους που μας φιλοξενούσαν. Αυτό μου θυμίζει ένα από τα πρώτα δώρα που μου έκανε ο Τζον​—ένα πολύχρωμο κουτί με χαρτί αλληλογραφίας. Μας άρεσε πολύ να γράφουμε στους φίλους μας χρησιμοποιώντας τέτοιου είδους χαρτί. Αυτό το κουτί εξακολουθεί να σημαίνει πολλά για εμένα.

Ενώ υπηρετούσαμε σε μια περιοχή στο Τορόντο, μας τηλεφώνησε ένας αδελφός από το Μπέθελ του Καναδά και μας ρώτησε αν θα ήμασταν πρόθυμοι να υπηρετήσουμε στο Μπέθελ. Πότε ήθελε την απάντηση; «Αύριο, αν είναι δυνατόν!» Και έτσι έγινε.

ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΜΠΕΘΕΛ

Κάθε φορά που αλλάζαμε διορισμό, βλέπαμε και άλλες πτυχές της τερπνότητας που απορρέει από το χέρι του Ιεχωβά. Το ίδιο έγινε και όταν μετακομίσαμε στο Μπέθελ το 1977. Η συναναστροφή με χρισμένα άτομα μας βοήθησε να διακρίνουμε, όχι μόνο τις διαφορετικές τους προσωπικότητες, αλλά και τη μεγάλη τους εκτίμηση για το Λόγο του Θεού.

Ο καινούριος τρόπος ζωής στο Μπέθελ μάς άρεσε. Για παράδειγμα, τα ρούχα μας ήταν πλέον σε συρτάρια και όχι στη βαλίτσα. Επίσης, ανήκαμε και εμείς σε μια εκκλησία. Εκτός από το διορισμό εργασίας μου, χαιρόμουν πολύ να κάνω ξεναγήσεις σε επισκέπτες. Τους εξηγούσα το έργο που επιτελούνταν στο Μπέθελ, άκουγα τα σχόλιά τους και απαντούσα στις ερωτήσεις τους.

Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα, και το 1997 ο Τζον προσκλήθηκε να παρακολουθήσει τη Σχολή για τα Μέλη Επιτροπών Τμήματος στο Πάτερσον της Νέας Υόρκης. Έπειτα από αυτό, μας ρώτησαν αν θα ήμασταν πρόθυμοι να μετακομίσουμε στην Ουκρανία. Μας παρότρυναν να το σκεφτούμε με προσοχή και προσευχή. Στο τέλος εκείνης της μέρας, ξέραμε ότι η απάντησή μας θα ήταν θετική.

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΑΛΛΑΓΗ​—ΟΥΚΡΑΝΙΑ

Παλιότερα, είχαμε παρακολουθήσει τις μεγάλες διεθνείς συνελεύσεις που έγιναν στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας το 1992 και στο Κίεβο της Ουκρανίας το 1993. Εκείνες οι συνελεύσεις μάς είχαν κάνει να αγαπήσουμε τους αδελφούς μας στην Ανατολική Ευρώπη. Η καινούρια κατοικία μας, στο Λβιφ της Ουκρανίας, ήταν στο δεύτερο όροφο ενός παλιού σπιτιού. Τα παράθυρά μας έβλεπαν σε μια αυλή που φιλοξενούσε έναν μικρό κήπο, έναν μεγάλο κόκκινο κόκορα και πολλές κότες. Ήταν σαν να βρισκόμασταν σε κάποιο αγρόκτημα στο Σασκάτσιουαν. Σε εκείνο το σπίτι ζούσαμε 12 άτομα. Σηκωνόμασταν νωρίς το πρωί και, αφού διασχίζαμε την πόλη, φτάναμε στο Μπέθελ για να εργαστούμε.

Πώς νιώθαμε για το διορισμό μας στην Ουκρανία; Το γεγονός ότι υπηρετούσαμε δίπλα σε πολλά άτομα που είχαν διατηρήσει ισχυρή την πίστη τους παρά τις  δοκιμασίες, τις απαγορεύσεις και τις φυλακίσεις μάς έκανε ταπεινούς. Όταν τους επαινούσαμε, εκείνοι έλεγαν: «Το κάναμε για τον Ιεχωβά». Ποτέ δεν ένιωσαν ότι είχαν μείνει ολομόναχοι. Ακόμη και τώρα, αν ευχαριστήσεις κάποιον για κάτι καλό που έκανε, μπορεί να απαντήσει: «Τον Ιεχωβά να ευχαριστείς», αναγνωρίζοντας ότι αυτός είναι η Πηγή όλων των καλών πραγμάτων.

Στην Ουκρανία, πολλοί πηγαίνουν στις συναθροίσεις με τα πόδια, και έτσι έχουν χρόνο για να μιλούν και να ενθαρρύνουν ο ένας τον άλλον. Μερικοί περπατούν μία ώρα ή και περισσότερο. Στο Λβιφ υπάρχουν πάνω από 50 εκκλησίες, 21 από τις οποίες συστεγάζονται σε ένα μεγάλο συγκρότημα Αιθουσών Βασιλείας. Τις Κυριακές, το θέαμα των αδελφών που συρρέουν στις συναθροίσεις είναι πανέμορφο.

Οι αδελφοί και οι αδελφές είναι ευγενικοί και γεμάτοι ενδιαφέρον για τους άλλους, και νιώσαμε αμέσως άνετα μαζί τους. Όταν έχω δυσκολίες με τη γλώσσα, πράγμα το οποίο ακόμα συμβαίνει, δείχνουν μεγάλη υπομονή. Πολλές φορές τα μάτια τους λένε τόσο πολλά όσο και τα λόγια τους.

Ένα περιστατικό στη διεθνή συνέλευση του 2003 στο Κίεβο δείχνει τη γνήσια εμπιστοσύνη που υπάρχει ανάμεσα στους αδελφούς μας. Μόλις κατεβήκαμε στην αποβάθρα ενός πολυσύχναστου σταθμού του μετρό, μας πλησίασε ένα κοριτσάκι και μας είπε με σιγανή φωνή: «Έχω χαθεί. Δεν μπορώ να βρω τη γιαγιά μου». Κατάλαβε ότι ήμασταν Μάρτυρες από τις κονκάρδες μας. Ήταν πολύ θαρραλέα και δεν έκλαιγε. Η σύζυγος κάποιου επισκόπου περιοχής που ήταν μαζί μας οδήγησε ευγενικά το κοριτσάκι στο Τμήμα Απολεσθέντων στο στάδιο, και σύντομα βρέθηκε κοντά στη γιαγιά του. Η αξιοθαύμαστη εμπιστοσύνη που έδειξε εκείνο το κοριτσάκι, μέσα σε ένα πλήθος χιλιάδων ατόμων, με συγκίνησε βαθιά.

Το Μάιο του 2001 ήρθαν στην Ουκρανία αδελφοί από πολλές χώρες για την αφιέρωση του καινούριου μας γραφείου τμήματος. Μετά την ειδική ομιλία που εκφωνήθηκε σε ένα στάδιο την Κυριακή το πρωί, μια θάλασσα από αδελφούς κατέκλυσαν το δρόμο προς το Μπέθελ για να ξεναγηθούν στις νέες εγκαταστάσεις. Τι αλησμόνητο θέαμα! Ένιωσα μεγάλη συγκίνηση βλέποντας αυτό το ήσυχο και εύτακτο πλήθος των αδελφών. Με έκανε να εκτιμήσω ακόμη περισσότερο την τερπνότητα που απορρέει από την υπηρεσία του Θεού.

ΜΙΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ

Δυστυχώς, το 2004 μάθαμε ότι ο Τζον έπασχε από καρκίνο. Επιστρέψαμε στον Καναδά για να κάνει θεραπεία. Οι πρώτες χημειοθεραπείες τον κατέβαλλαν πολύ, και έμεινε στην εντατική αρκετές εβδομάδες. Τελικά, ανέκτησε τις αισθήσεις του. Αν και δυσκολευόταν να μιλήσει, στα μάτια του καθρεφτιζόταν πάντα η εκτίμησή του για όλους όσους τον επισκέπτονταν.

Εντούτοις, δεν μπόρεσε να αναρρώσει, και το φθινόπωρο του ίδιου έτους πέθανε. Ένιωθα ότι έχασα ένα πολύ σημαντικό κομμάτι του εαυτού μου. Ο Τζον και εγώ βρίσκαμε μεγάλη χαρά υπηρετώντας τον Ιεχωβά μαζί. Τι θα έκανα τώρα; Αποφάσισα να επιστρέψω στην Ουκρανία. Νιώθω πολύ ευγνώμων για τη θερμή αγάπη που μου έχει δείξει η οικογένεια Μπέθελ και η τοπική εκκλησία.

Ούτε μια φορά στη ζωή μας δεν μετανιώσαμε για αυτές τις επιλογές μας. Η ζωή μας ήταν ευχάριστη, γεμάτη καλούς φίλους. Ξέρω ότι έχω να μάθω πολλά ακόμη για την αγαθότητα του Ιεχωβά, και η ελπίδα μου είναι να συνεχίσω να τον υπηρετώ για πάντα, επειδή έχω βρει πράγματι “τερπνότητα στα δεξιά Του”.

[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 6]

«Ούτε μια φορά στη ζωή μας δεν μετανιώσαμε για αυτές τις επιλογές μας»

[Εικόνα στη σελίδα 3]

Όταν παντρευτήκαμε με τον Τζον

[Εικόνα στη σελίδα 4]

Όταν ήμουν ειδική σκαπάνισσα στο Ρεντ Λέικ του Οντάριο

[Εικόνα στη σελίδα 5]

Με τον Τζον στην Ουκρανία το 2002