Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μετάβαση στο δευτερεύον μενού

Μετάβαση στον πίνακα περιεχομένων

Μάρτυρες του Ιεχωβά

Ελληνική

Η ΣΚΟΠΙΑ (ΕΚΔΟΣΗ ΜΕΛΕΤΗΣ) ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2016

 ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πρώην Καλόγριες Γίνονται Αληθινές Πνευματικές Αδελφές

Πρώην Καλόγριες Γίνονται Αληθινές Πνευματικές Αδελφές

«ΠΑΨΕ να μου μιλάς», φώναξε η Αρασέλι, η μικρότερη αδελφή μου. «Δεν θέλω να ακούσω λέξη για τη θρησκεία σου. Με αηδιάζει. Σε μισώ!» Ακόμα και τώρα, στα 91 μου χρόνια, εξακολουθώ να θυμάμαι πόσο πόνεσα όταν άκουσα αυτά τα λόγια. Αλλά το εδάφιο Εκκλησιαστής 7:8 λέει: «Καλύτερο το τέλος ενός ζητήματος παρά η αρχή του», και αυτό επιβεβαιώθηκε στην περίπτωσή μας.Φελίσα.

Φελίσα: Προέρχομαι από πολύ θρησκευόμενη οικογένεια. Στην πραγματικότητα, 13 συγγενείς μας ήταν ιερείς ή μέλη κάποιου Καθολικού τάγματος. Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ αγιοποίησε μάλιστα τον ξάδελφο της μητέρας μου, ο οποίος ήταν ιερέας και δίδασκε σε Καθολικό σχολείο. Οι γονείς μου ήταν απλοί άνθρωποι. Ο πατέρας μου ήταν σιδηρουργός και η μητέρα μου εργαζόταν στα χωράφια. Εγώ ήμουν το μεγαλύτερο από οχτώ παιδιά.

Όταν ήμουν 12 ετών, ξέσπασε ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος. Μετά τον πόλεμο, ο πατέρας μου φυλακίστηκε. Οι φιλελεύθερες ιδέες του είχαν δυσαρεστήσει το δικτατορικό καθεστώς. Η μητέρα μου πάσχιζε να θρέψει την οικογένεια, γι’ αυτό μια φίλη της τη συμβούλεψε να στείλει τις τρεις μικρότερες αδελφές μου—την Αρασέλι, τη Λαούρι και τη Ραμόνι—σε ένα μοναστήρι στο Μπιλμπάο της Ισπανίας. Τουλάχιστον εκεί δεν θα πεινούσαν.

Αρασέλι: Εκείνον τον καιρό, ήμασταν μόλις 14, 12 και 10 ετών, και ο αποχωρισμός από την οικογένειά μας ήταν πολύ δύσκολος. Στο Μπιλμπάο εργαζόμασταν στην καθαριότητα. Δύο χρόνια αργότερα, οι καλόγριες μας μετέφεραν σε ένα μεγάλο μοναστήρι στη Σαραγόσα το οποίο περιέθαλπε ηλικιωμένους. Δουλειά μας ήταν να καθαρίζουμε την κουζίνα. Για έφηβες σαν εμάς, ήταν εξαντλητική εργασία.

Φελίσα: Όταν οι αδελφές μου πήγαν στη Σαραγόσα, η μητέρα μου και ο τοπικός ιερέας, ο οποίος ήταν και θείος μου, αποφάσισαν ότι έπρεπε να πάω και εγώ να εργαστώ στο ίδιο μοναστήρι. Πίστευαν ότι αυτή η μετακόμιση θα με κρατούσε μακριά από ένα γειτονόπουλο που ενδιαφερόταν για εμένα. Μιας  και ήμουν πολύ θρησκευόμενη κοπέλα, μου άρεσε η ιδέα να μείνω για λίγο σε μοναστήρι. Συνήθιζα να πηγαίνω κάθε μέρα στη Θεία Λειτουργία, και είχα μάλιστα σκεφτεί να γίνω ιεραπόστολος σαν έναν ξάδελφό μου που ήταν καλόγερος στην Αφρική.

Αριστερά: Το μοναστήρι στη Σαραγόσα της Ισπανίας· δεξιά: Η μετάφραση Νάκαρ-Κολούνγκα της Αγίας Γραφής

Οι καλόγριες δεν έκαναν το παραμικρό για να ενισχύσουν την επιθυμία μου να υπηρετήσω τον Θεό στο εξωτερικό, και ένιωθα φυλακισμένη στη ζωή του μοναστηριού. Έτσι λοιπόν, έναν χρόνο αργότερα, αποφάσισα να επιστρέψω σπίτι για να φροντίζω τον θείο μου, τον ιερέα. Έκανα τις δουλειές του σπιτιού και κάθε βράδυ απάγγελλα μαζί του το Ροζάριο. Μου άρεσε επίσης να φτιάχνω ανθοσυνθέσεις στην εκκλησία και να ντύνω τα ομοιώματα της παρθένου και των «αγίων».

Αρασέλι: Εν τω μεταξύ, η ζωή μας στο μοναστήρι άλλαξε. Αφού έδωσα τους αρχικούς μου όρκους, οι καλόγριες αποφάσισαν να μας χωρίσουν. Η Ραμόνι παρέμεινε στη Σαραγόσα, η Λαούρι πήγε στη Βαλένθια και εγώ στάλθηκα στη Μαδρίτη, όπου έδωσα τους δεύτερους όρκους μου. Το μοναστήρι στη Μαδρίτη παρείχε κατάλυμα σε φοιτητές, ηλικιωμένους και άλλους επισκέπτες, συνεπώς ο όγκος εργασίας ήταν τεράστιος. Εγώ εργαζόμουν στο ιατρείο.

Για να πω την αλήθεια, περίμενα ότι η ζωή της καλόγριας θα ήταν πιο ανταμειφτική. Ανέμενα ότι θα διάβαζα και θα κατανοούσα την Αγία Γραφή. Αλλά κανένας δεν μιλούσε για τον Θεό ή τον Ιησού και δεν χρησιμοποιούσαμε τη Γραφή. Έμαθα απλώς λίγα λατινικά, μελετούσα τους βίους των «αγίων» και λάτρευα τη Μαρία. Κατά τα άλλα, η ζωή μου ήταν μόνο σκληρή χειρωνακτική εργασία.

Άρχισα να νιώθω ανησυχία, και μίλησα στην ηγουμένη. Της είπα ότι δεν μου φαινόταν λογικό να εργάζομαι εγώ σκληρά για να γεμίζουν άλλοι τις τσέπες τους τη στιγμή που η οικογένειά μου με είχε ανάγκη. Εκείνη με κλείδωσε σε ένα κελί, ελπίζοντας ότι έτσι θα άλλαζα γνώμη και τελικά δεν θα έφευγα από το μοναστήρι.

Σε τρεις περιπτώσεις, οι καλόγριες με έβγαλαν από το κελί απλώς για να δουν αν ήθελα ακόμα να φύγω. Βλέποντάς με τόσο αποφασισμένη, μου είπαν να δηλώσω γραπτώς: «Φεύγω επειδή προτιμώ να υπηρετώ τον Σατανά αντί για τον Θεό». Αυτή η απαίτηση με συγκλόνισε, και παρότι ήθελα απεγνωσμένα να φύγω από το μοναστήρι, μου ήταν αδύνατον να γράψω αυτές τις λέξεις. Τελικά, ζήτησα να μιλήσω σε έναν εξομολογητή και του είπα τι είχε συμβεί. Εκείνος φρόντισε να με μεταθέσει η επισκοπή στο μοναστήρι όπου ήμουν προηγουμένως, στη Σαραγόσα. Αφού έμεινα εκεί λίγους μήνες, μου επέτρεψαν να φύγω. Λίγο αργότερα, η Λαούρι και η Ραμόνι έφυγαν και αυτές από το μοναστήρι.

ΜΑΣ ΔΙΧΑΖΕΙ ΤΟ «ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟ» ΒΙΒΛΙΟ

Φελίσα

Φελίσα: Με τον καιρό, παντρεύτηκα και μετακόμισα στην Κανταβρία. Συνέχισα να πηγαίνω τακτικά στη Θεία Λειτουργία, και κάποια Κυριακή άκουσα  έκπληκτη μια ανακοίνωση από τον άμβωνα. Ο ιερέας φώναξε θυμωμένος: «Κοιτάξτε αυτό το βιβλίο!» και μας έδειξε το βιβλίο Η Αλήθεια που Οδηγεί στην Αιώνιο Ζωή. Στη συνέχεια είπε: «Αν σας το έχει δώσει κανείς, δώστε το σε εμένα ή πετάξτε το!»

Εγώ δεν είχα αυτό το βιβλίο, αλλά θέλησα αμέσως να το αποκτήσω. Και πράγματι, λίγες μέρες αργότερα, δύο κυρίες που ήταν Μάρτυρες του Ιεχωβά χτύπησαν την πόρτα μου και μου πρόσφεραν το «απαγορευμένο» βιβλίο. Το διάβασα το ίδιο εκείνο βράδυ και, όταν επέστρεψαν, συμφώνησα να μελετήσω τη Γραφή μαζί τους.

Το «απαγορευμένο» βιβλίο

Η αλήθεια δεν άργησε να αγγίξει την καρδιά μου. Η θρησκευτική αφοσίωση που ένιωθα προηγουμένως μετατράπηκε σε βαθιά αγάπη για τον Ιεχωβά και ζήλο για τη διακονία. Βαφτίστηκα το 1973. Αν και είχα μόνο λίγες ευκαιρίες να μιλήσω στην οικογένειά μου για την αλήθεια, έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Όπως είπα και στην αρχή, εκείνοι εναντιώθηκαν με μένος στα πιστεύω μου, ιδίως η αδελφή μου η Αρασέλι.

Αρασέλι: Οι αρνητικές μου εμπειρίες στο μοναστήρι με είχαν γεμίσει πικρία. Ωστόσο, συνέχισα να παρακολουθώ τη Θεία Λειτουργία τις Κυριακές και να απαγγέλλω κάθε μέρα το Ροζάριο. Εξακολουθούσα να έχω σφοδρή επιθυμία να κατανοήσω τη Γραφή, και ζήτησα από τον Θεό να με βοηθήσει. Όταν όμως η αδελφή μου η Φελίσα μού είπε για την καινούρια της πίστη, μιλούσε τόσο παθιασμένα ώστε πίστεψα πως ήταν φανατική. Διαφώνησα έντονα μαζί της.

Αρασέλι

Έπειτα από λίγα χρόνια, επέστρεψα στη Μαδρίτη για να εργαστώ και εκεί παντρεύτηκα. Με τον καιρό, ανέπτυξα σκεπτικιστική στάση. Παρατήρησα ότι οι άνθρωποι που παρακολουθούσαν τακτικά τη Θεία Λειτουργία δεν εφάρμοζαν τις διδασκαλίες των Ευαγγελίων. Σταμάτησα λοιπόν να πηγαίνω στην εκκλησία. Δεν πίστευα πια σε «αγίους», στην εξομολόγηση και στην κόλαση. Πέταξα μάλιστα και όλα τα θρησκευτικά μου ομοιώματα. Δεν ήξερα αν έκανα το σωστό. Ήμουν απογοητευμένη, αλλά συνέχισα να προσεύχομαι στον Θεό: «Θέλω να σε γνωρίσω! Βοήθησέ με!» Θυμάμαι ότι είχαν έρθει αρκετές φορές στην πόρτα μου Μάρτυρες του Ιεχωβά, αλλά δεν τους άνοιξα ποτέ. Δεν εμπιστευόμουν καμία θρησκεία.

 Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι αδελφές μου Λαούρι και Ραμόνι, οι οποίες ζούσαν στη Γαλλία και στην Ισπανία αντίστοιχα, άρχισαν να μελετούν τη Γραφή με τους Μάρτυρες. Υπέθεσα ότι και εκείνες είχαν παροδηγηθεί σαν τη Φελίσα. Αργότερα γνώρισα μια γειτόνισσα, την Ανζελίνες, με την οποία γίναμε καλές φίλες. Ήταν και εκείνη Μάρτυρας του Ιεχωβά. Ξανά και ξανά, η Ανζελίνες και ο σύζυγός της μου πρότειναν να μελετήσω τη Γραφή. Διέκριναν ότι ο σκεπτικισμός μου ήταν ένα πρόσχημα και ότι μέσα μου διψούσα για Γραφική γνώση. Τελικά τους είπα: «Εντάξει λοιπόν. Θα μελετήσω μαζί σας αλλά με την προϋπόθεση ότι θα χρησιμοποιώ τη δική μου Γραφή», αναφερόμενη στη μετάφραση Νάκαρ-Κολούνγκα.

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ Η ΓΡΑΦΗ

Φελίσα: Όταν βαφτίστηκα το 1973, υπήρχαν περίπου 70 Μάρτυρες στην πόλη Σανταντέρ, την πρωτεύουσα της επαρχίας της Κανταβρίας στην Ισπανία. Ο τομέας μας ήταν αχανής, γι’ αυτό ταξιδεύαμε με λεωφορείο και αργότερα με αυτοκίνητο για να κηρύξουμε σε όλη την επαρχία. Πηγαίναμε από χωριό σε χωριό μέχρις ότου επισκεφτήκαμε τα εκατοντάδες χωριά της περιοχής.

Στο πέρασμα των ετών, είχα το προνόμιο να διεξαγάγω πολλές Γραφικές μελέτες, και 11 από τα άτομα με τα οποία μελετούσα βαφτίστηκαν. Οι περισσότεροι ήταν Καθολικοί. Επειδή κάποτε ήμουν και εγώ ένθερμη Καθολική, ήξερα ότι έπρεπε να είμαι υπομονετική και να δείχνω κατανόηση. Συνειδητοποίησα ότι χρειάζονταν χρόνο για να εγκαταλείψουν ισχυρές πεποιθήσεις και ότι η Γραφή και το άγιο πνεύμα του Ιεχωβά έπρεπε να αγγίξουν την καρδιά τους για να τους βοηθήσουν να προσδιορίσουν την αλήθεια. (Εβρ. 4:12) Ο σύζυγός μου, ο Μπιενβενίντο, ο οποίος στο παρελθόν ήταν αστυνομικός, βαφτίστηκε το 1979, και η μητέρα μου άρχισε να μελετάει τη Γραφή λίγο προτού πεθάνει.

Αρασέλι: Ήμουν πολύ επιφυλακτική όταν άρχισα να μελετώ τη Γραφή με τους Μάρτυρες. Αλλά καθώς περνούσαν οι εβδομάδες, παρατήρησα ότι τα αισθήματα πικρίας που ένιωθα εξαφανίστηκαν. Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο στους Μάρτυρες ήταν ότι εφάρμοζαν όσα κήρυτταν. Η πίστη αντικατέστησε τον σκεπτικισμό, και ένιωθα πολύ πιο χαρούμενη. Ακόμα και κάποιες γειτόνισσες μου είπαν: «Αρασέλι, συνέχισε στον δρόμο που διάλεξες!»

Θυμάμαι ότι προσευχόμουν: «Σε ευχαριστώ, Ιεχωβά, που δεν με εγκατέλειψες και που μου έδωσες τόσο πολλές ευκαιρίες για να βρω αυτό που έψαχνα—την αληθινή γνώση της Γραφής». Ζήτησα από την αδελφή μου τη Φελίσα να με συγχωρήσει για τα σκληρά λόγια που της είχα πει. Οι λογομαχίες μας είχαν δώσει τώρα τη θέση τους σε ενθουσιώδεις Γραφικές συζητήσεις. Βαφτίστηκα το 1989 σε ηλικία 61 ετών.

Φελίσα: Τώρα, στα 91 μου, είμαι χήρα και δεν έχω πια τις δυνάμεις που είχα κάποτε. Διαβάζω όμως τη Γραφή κάθε μέρα, πηγαίνω στις συναθροίσεις όποτε το επιτρέπει η υγεία μου και χαίρομαι να συμμετέχω όσο περισσότερο μπορώ στη διακονία.

Αρασέλι: Ίσως επειδή ήμουν καλόγρια, μου αρέσει να δίνω μαρτυρία σε όλους τους ιερείς και τις καλόγριες που συναντώ στη διακονία. Έχω δώσει πολλά έντυπα σε τέτοια άτομα και είχα μερικές ενδιαφέρουσες συζητήσεις μαζί τους. Θυμάμαι έναν ιερέα που, έπειτα από αρκετές επισκέψεις, μου είπε: «Αρασέλι, συμφωνώ απολύτως μαζί σου, αλλά πού να πάω στην ηλικία μου; Τι θα πουν οι ενορίτες μου και η οικογένειά μου;» Του απάντησα: «Και ο Θεός τι θα πει;» Αυτός κούνησε λυπημένα το κεφάλι του, αλλά εκείνον τον καιρό δεν είχε το θάρρος να συνεχίσει να ψάχνει για την αλήθεια.

Θυμάμαι μια ξεχωριστή στιγμή της ζωής μου—την πρώτη φορά που ο σύζυγός μου μού είπε ότι ήθελε να με συνοδεύσει στη συνάθροιση. Αν και είχε περάσει τα 80, έκτοτε δεν έχασε ούτε μία συνάθροιση. Μελέτησε τη Γραφή και έγινε αβάφτιστος ευαγγελιζόμενος. Έχω όμορφες αναμνήσεις από τις στιγμές που ήμασταν μαζί στη διακονία. Πέθανε δύο μήνες πριν από την ημέρα που θα βαφτιζόταν.

Φελίσα: Μια από τις μεγαλύτερες χαρές στη ζωή μου ήταν να δω τις τρεις μικρότερες αδελφές μου, οι οποίες αρχικά μου εναντιώνονταν, να γίνονται πνευματικές μου αδελφές. Πόσο πολύ έχουμε απολαύσει την παρέα η μία της άλλης, συζητώντας για τον αγαπημένο μας Θεό, τον Ιεχωβά, και τον Λόγο του! Επιτέλους, οι αδελφές μου και εγώ είμαστε πνευματικά ενωμένες. *

^ παρ. 29 Η Αρασέλι, η Φελίσα και η Ραμόνι—87, 91 και 83 ετών αντίστοιχα—συνεχίζουν να υπηρετούν τον Ιεχωβά με ζήλο μέχρι σήμερα. Η Λαούρι πέθανε το 1990, πιστή στον Ιεχωβά.