Δύο περίπου μήνες αφότου έφυγαν από την Αίγυπτο, οι Ισραηλίτες έφτασαν στο όρος Σινά και στρατοπέδευσαν εκεί. Ο Ιεχωβά κάλεσε τον Μωυσή, ο οποίος ανέβηκε στο βουνό, και του είπε: “Έσωσα τους Ισραηλίτες. Αν με υπακούν και τηρούν τους νόμους μου, θα γίνουν ο ξεχωριστός μου λαός”. Ο Μωυσής κατέβηκε και είπε στους Ισραηλίτες όσα είχε πει ο Ιεχωβά. Πώς αντέδρασαν εκείνοι; Απάντησαν: “Θα κάνουμε ό,τι μας λέει ο Ιεχωβά”.

Ο Μωυσής ξανανέβηκε στο βουνό. Εκεί, ο Ιεχωβά τού είπε: “Σε τρεις μέρες θα σου μιλήσω. Προειδοποίησε τον λαό να μην ανεβεί στο όρος Σινά”. Ο Μωυσής κατέβηκε και είπε στους Ισραηλίτες να ετοιμαστούν για να ακούσουν τον Ιεχωβά.

Την τρίτη μέρα, οι Ισραηλίτες είδαν αστραπές και ένα σκοτεινό σύννεφο πάνω στο βουνό. Άκουσαν επίσης δυνατές βροντές και τον ήχο ενός κέρατος. Τότε ο Ιεχωβά κατέβηκε στο βουνό μέσα σε φωτιά. Οι Ισραηλίτες ήταν τόσο φοβισμένοι που έτρεμαν. Όλο το βουνό γέμισε με καπνό και έγινε ένας φοβερός σεισμός. Ο ήχος του κέρατος γινόταν ολοένα και πιο δυνατός. Τότε ο Θεός είπε: “Εγώ είμαι ο Ιεχωβά. Δεν πρέπει να λατρεύετε κανέναν άλλον θεό”.

Ο Μωυσής ξανανέβηκε στο βουνό, και ο Ιεχωβά τού έδωσε νόμους για τον λαό που έλεγαν πώς έπρεπε να Τον λατρεύουν και πώς έπρεπε να συμπεριφέρονται. Ο Μωυσής έγραψε τους νόμους και μετά τους διάβασε στους Ισραηλίτες. Εκείνοι υποσχέθηκαν: “Θα κάνουμε ό,τι μας λέει ο Ιεχωβά”. Ναι, έδωσαν μια υπόσχεση στον Θεό. Αλλά θα την κρατούσαν;

«Πρέπει να αγαπάς τον Ιεχωβά τον Θεό σου με όλη σου την καρδιά και με όλη σου την ψυχή και με όλη σου τη διάνοια». —Ματθαίος 22:37