Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μετάβαση στο δευτερεύον μενού

Μετάβαση στον πίνακα περιεχομένων

Μάρτυρες του Ιεχωβά

Ελληνική

Βιβλίο Έτους των Μαρτύρων του Ιεχωβά 2014

 ΣΙΕΡΑ ΛΕΟΝΕ ΚΑΙ ΓΟΥΙΝΕΑ

1991-2001 «Καμίνι της Ταλαιπωρίας».—Ησ. 48:10. (Μέρος 1)

1991-2001 «Καμίνι της Ταλαιπωρίας».—Ησ. 48:10. (Μέρος 1)

 Εμφύλιος Πόλεμος

Τη δεκαετία του 1980, κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα πυροδότησαν διαμάχες σε όλη τη Δυτική Αφρική. Όταν ο πόλεμος κατέστρεψε τη γειτονική Λιβερία, πολλοί διέφυγαν στη Σιέρα Λεόνε. Το γραφείο τμήματος διευθέτησε να χρησιμοποιηθούν σπίτια και Αίθουσες Βασιλείας για να στεγαστούν οι Μάρτυρες πρόσφυγες, και οι αδελφοί φρόντισαν για τις ανάγκες τους.

Παρότι οι καιροί ήταν δύσκολοι για τους πρόσφυγες, υπήρχαν μερικές διασκεδαστικές στιγμές. Ο Ιζόλντε Λόρενς, ένας παλαίμαχος ιεραπόστολος, αφηγείται: «Κάποιος πατέρας έστειλε το αγοράκι του να ζεστάνει λίγο φαγητό στην εστία που είχε τοποθετηθεί στον κήπο πίσω από την Αίθουσα Βασιλείας, η οποία βρισκόταν στο οικόπεδο του γραφείου τμήματος. Όταν το αγοράκι επέστρεψε, είπε στον πατέρα του ότι δεν θα είχαν φαγητό εκείνη την ημέρα. Ο πατέρας ρώτησε γιατί. “Επειδή”, εξήγησε το αγοράκι, “σήμερα ο Ιεχωβά με έσωσε από το στόμα του λιονταριού!” Τι είχε συμβεί; Καθώς επέστρεφε με το φαγητό, συνάντησε τον μεγάλο, αλλά μάλλον ακίνδυνο, γερμανικό ποιμενικό του γραφείου τμήματος που τον έλεγαν Λόμπο. Το αγοράκι κατατρόμαξε. Καθώς κρατούσε το πιάτο με το φαγητό, άπλωσε τα χέρια του όσο πιο πολύ μπορούσε για να απωθήσει το σκύλο. Ο Λόμπο, φυσικά, το εξέλαβε αυτό ως πρόσκληση για να σερβιριστεί. Και αυτό ακριβώς έκανε!»

Στις 23 Μαρτίου 1991, οι ένοπλες συγκρούσεις στη Λιβερία εξαπλώθηκαν στην άλλη πλευρά των συνόρων, εντός της Σιέρα Λεόνε, κάτι που οδήγησε σε έναν 11ετή εμφύλιο πόλεμο. Μια ομάδα ανταρτών που αποκαλούνταν Ενωμένο Επαναστατικό Μέτωπο προέλασαν γρήγορα στο Καϊλάχουν και στο  Κοϊντού, αναγκάζοντας το μεγαλύτερο μέρος του τοπικού πληθυσμού να διαφύγει στη Γουινέα. Ανάμεσα στους πρόσφυγες ήταν περίπου 120 αδελφοί και αδελφές. Άλλοι Μάρτυρες πρόσφυγες από τη Λιβερία είχαν συρρεύσει στη Σιέρα Λεόνε πριν από τους αντάρτες.

«Επί αρκετούς μήνες, ομάδες από καταβεβλημένους, ισχνούς, πεινασμένους αδελφούς έφταναν στο Μπέθελ του Φρίταουν», λέει ο Μπίλι Κάουαν, ο συντονιστής της Επιτροπής του Τμήματος εκείνον τον καιρό. «Πολλοί είχαν παραστεί μάρτυρες απερίγραπτων κτηνωδιών και είχαν αποφύγει τη λιμοκτονία τρώγοντας αγριόχορτα. Τους δίναμε γρήγορα φαγητό και ρούχα και φροντίζαμε για τους συγγενείς και τα ενδιαφερόμενα άτομα που τους συνόδευαν. Οι τοπικοί αδελφοί και αδελφές άνοιξαν την καρδιά τους και τα σπίτια τους στους πρόσφυγες. Οι Μάρτυρες πρόσφυγες άρχισαν αμέσως να ασχολούνται με την υπηρεσία αγρού, βοηθώντας τις τοπικές εκκλησίες. Αργότερα, οι περισσότεροι από αυτούς μετακόμισαν, αλλά ενόσω βρίσκονταν εδώ, μας ενίσχυαν!»

Η Σιέρα Λεόνε μαστιζόταν 11 χρόνια από εμφύλιο πόλεμο

Παροχή Παρηγοριάς και Ελπίδας

Το γραφείο τμήματος έστειλε τρόφιμα, φάρμακα, οικοδομικά υλικά, εργαλεία και σκεύη στους Μάρτυρες που βρίσκονταν στα στρατόπεδα προσφύγων στη νότια Γουινέα. Επίσης έστειλε μια μεγάλη ποσότητα ρούχων που είχαν προσφερθεί από τη Γαλλία. «Τα παιδιά μου χόρευαν, τραγουδούσαν και αινούσαν τον Ιεχωβά», έγραψε ένας πατέρας. «Είχαν καινούρια ρούχα να φορέσουν στις συναθροίσεις!» Μερικοί αδελφοί και αδελφές είπαν ότι ποτέ δεν είχαν ντυθεί καλύτερα!

Οι πρόσφυγες, όμως, δεν χρειάζονταν μόνο υλική βοήθεια. Ο Ιησούς είπε: «Ο άνθρωπος πρέπει να ζει, όχι μόνο με ψωμί, αλλά με κάθε λόγο που βγαίνει από το στόμα του Ιεχωβά». (Ματθ. 4:4) Γι’ αυτό, το γραφείο τμήματος έστειλε Γραφικά έντυπα στην  περιοχή και οργάνωσε κανονικά τις συνελεύσεις. Στάλθηκαν επίσης εκεί σκαπανείς και περιοδεύοντες επίσκοποι.

Όταν ο επίσκοπος περιοχής Αντρέ Μπατ επισκέφτηκε το Κουντού, στη Γουινέα, συνάντησε έναν αξιωματικό του στρατοπέδου ο οποίος του ζήτησε να εκφωνήσει μια Γραφική ομιλία για τους τοπικούς πρόσφυγες. Περίπου 50 άνθρωποι άκουσαν τον Αντρέ καθώς παρουσίαζε το θέμα «Βρείτε Καταφύγιο στον Ιεχωβά», το οποίο βασιζόταν στον Ψαλμό 18. Όταν τελείωσε, μια ηλικιωμένη γυναίκα σηκώθηκε και μίλησε. «Μας έκανες πολύ ευτυχισμένους», είπε. «Το ρύζι δεν λύνει τα προβλήματά μας, αλλά η Γραφή μάς δείχνει πώς να ελπίζουμε στον Θεό. Σε ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας που μας έδωσες παρηγοριά και ελπίδα».

Όταν οι ιεραπόστολοι Γουίλιαμ και Κλόντια Σλόταρ διορίστηκαν στο Γκουεκέντου, στη Γουινέα, η εκκλησία των 100 και πλέον προσφύγων φλεγόταν με το πνεύμα. (Ρωμ. 12:11) «Πολλοί νεαροί άντρες επιδίωκαν να προοδεύσουν πνευματικά», λέει ο Γουίλιαμ. «Αν κάποιος δεν μπορούσε να εκφωνήσει την ομιλία που του είχε ανατεθεί στη Σχολή Θεοκρατικής Διακονίας, 10 με 15 νεαροί αδελφοί προσφέρονταν να τον αντικαταστήσουν. Μεγάλες ομάδες ατόμων συμμετείχαν στην υπηρεσία κηρύττοντας με ζήλο. Μερικοί από εκείνους τους ζηλωτές νεαρούς έγιναν αργότερα ειδικοί σκαπανείς και περιοδεύοντες επίσκοποι».

Οικοδόμηση εν Μέσω Σύρραξης

Λίγο μετά την έναρξη του εμφύλιου πολέμου, οι αδελφοί στο Φρίταουν αγόρασαν ένα οικόπεδο έξι στρεμμάτων στην οδό Γουίλκινσον 133, μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω από το γραφείο τμήματος. «Θέλαμε να οικοδομήσουμε έναν καινούριο οίκο Μπέθελ στο χώρο αλλά ανησυχούσαμε λόγω του πολέμου», λέει ο Άλφρεντ Γκαν. «Εφόσον εκείνον τον καιρό μάς  επισκεπτόταν ο Λόιντ Μπάρι από το Κυβερνών Σώμα, εκφράσαμε τις ανησυχίες μας σε αυτόν. Εκείνος απάντησε: “Αν αφήνουμε τους πολέμους να μας εμποδίζουν, δεν θα κάνουμε ποτέ τίποτα!” Τα υποκινητικά του λόγια μάς έδωσαν το θάρρος να προχωρήσουμε».

Εκατοντάδες αδελφοί μόχθησαν για αυτό το έργο, συμπεριλαμβανομένων 50 και πλέον εθελοντών από 12 διαφορετικές χώρες, καθώς και πολλών αδελφών από τις τοπικές εκκλησίες που ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν. Οι εργασίες ξεκίνησαν το Μάιο του 1991. «Όσοι μας παρατηρούσαν εντυπωσιάζονταν από τους υψηλής ποιότητας τσιμεντόλιθους που φτιάχνονταν στο εργοτάξιο. Λόγω του χαλύβδινου σκελετού τους, τα συγκεκριμένα κτίρια διέφεραν πολύ από τα τοπικά κτίρια», λέει ο Τομ Μπολ, ο επίσκοπος οικοδόμησης. «Αλλά ο κόσμος εντυπωσιάστηκε περισσότερο βλέποντας λευκούς ξένους και μαύρους ντόπιους να συνεργάζονται ενωμένα και χαρούμενα στο οικοδομικό έργο».

Στις 19 Απριλίου 1997, ένα πολυεθνικό πλήθος συγκεντρώθηκε χαρούμενα για την αφιέρωση των εγκαταστάσεων του καινούριου γραφείου τμήματος. Έναν μήνα αργότερα, έπειτα από πέντε χρόνια άγριων συγκρούσεων στην ύπαιθρο, το Ενωμένο Επαναστατικό Μέτωπο επιτέθηκε στο Φρίταουν.

Οικοδόμηση του γραφείου τμήματος στο Φρίταουν. Το γραφείο τμήματος σήμερα

Μάχη για το Φρίταουν

Χιλιάδες μαχητές του Ενωμένου Επαναστατικού Μετώπου με ανακατεμένα μαλλιά και κόκκινους κεφαλόδεσμους εφόρμησαν στην πόλη, λεηλατώντας, βιάζοντας και σκοτώνοντας. «Η κατάσταση ήταν εξαιρετικά τεταμένη», αναφέρει ο Άλφρεντ Γκαν. «Οι περισσότεροι από τους ξένους ιεραποστόλους αποχώρησαν γρήγορα από τη χώρα. Οι τελευταίοι που έφυγαν ήταν ο Μπίλι και η Σάντρα Κάουαν, ο Τζίμι και η Τζόις Χόλαντ, η Κάθριν και εγώ.

»Προσευχηθήκαμε με τους τοπικούς Μπεθελίτες οι οποίοι προσφέρθηκαν να μείνουν πίσω και κατόπιν πήγαμε βιαστικά στο σημείο αποχώρησης. Καθ’ οδόν μας σταμάτησαν περίπου 20 μεθυσμένοι αντάρτες με αγριωπή όψη. Όταν τους δώσαμε  περιοδικά και χρήματα, μας άφησαν να περάσουμε. Μαζί με 1.000 και πλέον άλλα άτομα που αποχωρούσαν από τη χώρα, συγκεντρωθήκαμε σε ένα οχυρωμένο σημείο ελέγχου το οποίο επάνδρωναν βαριά οπλισμένοι πεζοναύτες των ΗΠΑ. Εκεί επιβιβαστήκαμε σε ένα στρατιωτικό ελικόπτερο και μεταφερθήκαμε πολύ γρήγορα σε κάποιο πλοίο του πολεμικού ναυτικού των ΗΠΑ, το οποίο βρισκόταν στα ανοιχτά της θάλασσας. Ένας αξιωματικός του πλοίου μάς είπε αργότερα ότι αυτή ήταν η μεγαλύτερη επιχείρηση απομάκρυνσης πολιτών στην οποία προέβη το Ναυτικό των ΗΠΑ μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ. Την επομένη, πετάξαμε με ελικόπτερο στο Κόνακρι, στη Γουινέα. Εκεί συγκροτήσαμε ένα προσωρινό γραφείο τμήματος».

Ο Άλφρεντ και η Κάθριν Γκαν ήταν ανάμεσα σε εκείνους που αποχώρησαν

Οι ιεραπόστολοι περίμεναν εναγωνίως νέα από το Φρίταουν. Τελικά έφτασε μια επιστολή που έλεγε: «Μέσα στο χάος, εξακολουθούμε να διανέμουμε το φυλλάδιο Νέα της Βασιλείας Αρ. 35 “Θα Είναι Ποτέ Όλοι οι Άνθρωποι Αγαπημένοι;” Η ανταπόκριση είναι αξιοσημείωτη και μάλιστα ορισμένοι από τους αντάρτες μελετούν μαζί μας. Είμαστε λοιπόν αποφασισμένοι να εντείνουμε τη δράση μας στο κήρυγμα».

Ο Τζόναθαν Μπομά, ο οποίος υπηρετούσε ως επίσκοπος περιοχής, αφηγείται: «Διεξαγάγαμε ακόμη και ημέρα ειδικής συνέλευσης στο Φρίταουν. Το πρόγραμμα ήταν τόσο υποκινητικό από πνευματική άποψη ώστε ταξίδεψα στο Μπο και στην Κενέμα για να το διεξαγάγω και σε εκείνες τις περιοχές. Οι αδελφοί σε εκείνες τις σπαρασσόμενες από τον πόλεμο πόλεις ευχαρίστησαν τον Ιεχωβά για την υπέροχη πνευματική τροφή.

»Στα τέλη του 1997, διεξαγάγαμε μια συνέλευση περιφερείας στο Εθνικό Στάδιο του Φρίταουν. Την τελευταία ημέρα του προγράμματος, εισέβαλαν αντάρτες στο στάδιο και μας διέταξαν να φύγουμε. Τους παρακαλέσαμε να μας αφήσουν να τελειώσουμε το πρόγραμμα. Έπειτα από μεγάλη συζήτηση, μεταπείστηκαν και έφυγαν. Πάνω από 1.000 άτομα παρευρέθηκαν στη συνέλευση και βαφτίστηκαν 27. Αρκετοί αδελφοί έκαναν το επικίνδυνο ταξίδι μέχρι το Μπο και άκουσαν ξανά το πρόγραμμα εκεί. Τι υπέροχες, συναρπαστικές συνελεύσεις ήταν αυτές!»