Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ

Α

  • Αβ.

    Μετά τη βαβυλωνιακή εξορία, το όνομα του πέμπτου μήνα στο ιουδαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο και ενδέκατου μήνα στο πολιτικό ημερολόγιο. Διαρκούσε από τα μέσα Ιουλίου ως τα μέσα Αυγούστου. Στην Αγία Γραφή δεν κατονομάζεται, αλλά αναφέρεται απλώς ως “ο πέμπτος μήνας”. (Αρ 33:​38· Εσδ 7:9)​—Βλέπε Παράρτημα Β15.

  • Αβίβ.

    Το αρχικό όνομα του πρώτου μήνα στο ιουδαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο και έβδομου μήνα στο πολιτικό ημερολόγιο. Το όνομα Αβίβ σημαίνει «χλωρά στάχυα», και αυτός ο μήνας διαρκούσε από τα μέσα Μαρτίου ως τα μέσα Απριλίου. Μετά την επιστροφή των Ιουδαίων από τη Βαβυλώνα, ονομάστηκε Νισάν. (Δευ 16:1)​—Βλέπε Παράρτημα Β15.

  • Άβυσσος.

    Η λέξη ἄβυσσος του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου ως επίθετο σημαίνει «εξαιρετικά βαθύς» ή «απύθμενος, αχανής». Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό και αναφέρεται σε έναν τόπο ή μια κατάσταση περιορισμού. Περιλαμβάνει τον τάφο αλλά δεν περιορίζεται σε αυτόν.​—Λου 8:​31· Ρω 10:7· Απ 20:3.

  • Αγγειοπλάστης.

    Κατασκευαστής πήλινων αγγείων, πιάτων και άλλων σκευών. Η λέξη του εβραϊκού κειμένου που αποδίδεται «αγγειοπλάστης» σημαίνει κατά κυριολεξία «πλάστης». Η εξουσία που έχει ο αγγειοπλάστης πάνω στον πηλό χρησιμοποιείται πολλές φορές ως παράδειγμα της κυριαρχίας του Ιεχωβά πάνω σε ανθρώπους και έθνη.​—Ησ 64:8· Ρω 9:21.

  • Άγγελοι.

    Από τις λέξεις μαλ’άχ του πρωτότυπου εβραϊκού κειμένου και ἄγγελος του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου. Και οι δύο λέξεις σημαίνουν κατά κυριολεξία «αγγελιοφόρος», αλλά αποδίδονται «άγγελος» όταν αναφέρονται σε πνευματικούς αγγελιοφόρους. (Γε 16:7· 32:3· Ιακ 2:​25· Απ 22:8) Οι άγγελοι είναι ισχυρά πνευματικά πλάσματα, τα οποία έπλασε ο Θεός πολύ πριν από τη δημιουργία των ανθρώπων. Στην Αγία Γραφή αναφέρονται επίσης ως «άγιες μυριάδες», «γιοι του Θεού» και «πρωινά άστρα». (Δευ 33:2· Ιώβ 1:6· 38:7) Δεν πλάστηκαν με την ικανότητα να αναπαράγουν το είδος τους, αλλά δημιουργήθηκαν ο καθένας ξεχωριστά από τον Θεό. Ο αριθμός τους ξεπερνάει κατά πολύ τα 100.000.000. (Δα 7:​10) Η Γραφή δείχνει ότι έχουν προσωπικά ονόματα και ξεχωριστές προσωπικότητες, εντούτοις αρνούνται ταπεινά να δεχτούν λατρεία, και οι περισσότεροι δεν αποκαλύπτουν καν το όνομά τους. (Γε 32:​29· Λου 1:​26· Απ 22:8, 9) Στις τάξεις τους υπάρχει ιεραρχία και τους ανατίθενται διάφοροι ρόλοι, όπως το να υπηρετούν ενώπιον του θρόνου του Ιεχωβά, να μεταδίδουν τα αγγέλματά Του, να επεμβαίνουν για λογαριασμό των επίγειων υπηρετών του Ιεχωβά, να εκτελούν τις κρίσεις Του και να υποστηρίζουν το κήρυγμα των καλών νέων. (2Βα 19:​35· Ψλ 34:7· Λου 1:​30, 31· Απ 5:​11· 14:6) Στο μέλλον θα πολεμήσουν στο πλευρό του Ιησού κατά τη μάχη του Αρμαγεδδώνα.​—Απ 19:​14, 15.

  • Αγιαστήριο.

    Τόπος ξεχωρισμένος για λατρεία, άγιος τόπος. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η λέξη «αγιαστήριο» προσδιορίζει είτε τη σκηνή της μαρτυρίας είτε τον ναό στην Ιερουσαλήμ. Χρησιμοποιείται επίσης αναφορικά με τον τόπο κατοίκησης του Θεού στους ουρανούς.​—Εξ 25:​8, 9· 2Βα 10:​25· 1Χρ 28:​10· Απ 11:19.

  • Άγια, τα.

    Το πρώτο και μεγαλύτερο τμήμα της σκηνής της μαρτυρίας ή του ναού, το οποίο ήταν ξεχωριστό από το εσώτατο τμήμα, τα Άγια των Αγίων. Όσον αφορά τη σκηνή της μαρτυρίας, στα Άγια βρίσκονταν ο χρυσός λυχνοστάτης, το χρυσό θυσιαστήριο του θυμιάματος, το τραπέζι με τα ψωμιά της πρόθεσης και διάφορα χρυσά σκεύη. Όσον αφορά τον ναό, στα Άγια βρίσκονταν το χρυσό θυσιαστήριο, 10 χρυσοί λυχνοστάτες και 10 τραπέζια με τα ψωμιά της πρόθεσης. (Εξ 26:​33· Εβρ 9:2)​—Βλέπε Παραρτήματα Β5 και Β8.

  •  Άγια των Αγίων, τα.

    Το εσώτατο δωμάτιο της σκηνής της μαρτυρίας, καθώς και του ναού, όπου φυλασσόταν η κιβωτός της διαθήκης. Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο, ο μόνος που επιτρεπόταν να μπει στα Άγια των Αγίων ήταν ο αρχιερέας, ο οποίος μπορούσε να μπει μόνο κατά την ετήσια Ημέρα της Εξιλέωσης.​—Εξ 26:​33· Λευ 16:2, 17· 1Βα 6:​16· Εβρ 9:3.

  • Άγιο πνεύμα.

    Η αόρατη υποκινούσα δύναμη την οποία θέτει σε δράση ο Θεός για να επιτελέσει το θέλημά του. Αυτό το πνεύμα είναι άγιο επειδή προέρχεται από τον Ιεχωβά, που είναι καθαρός και δίκαιος στον ύψιστο βαθμό, και επειδή αποτελεί το μέσο με το οποίο ο Θεός επιτελεί ό,τι είναι άγιο.​—Λου 1:​35· Πρ 1:8.

  • Άγιος· Αγιότητα.

    Ιδιότητα που κατέχει εγγενώς ο Ιεχωβά· απόλυτη ηθική αγνότητα και ιερότητα. (Εξ 28:​36· 1Σα 2:2· Παρ 9:​10· Ησ 6:3) Όταν η πρωτότυπη εβραϊκή λέξη αναφέρεται σε ανθρώπους (Εξ 19:6· 2Βα 4:9), ζώα (Αρ 18:​17), αντικείμενα ή πράγματα (Εξ 28:​38· 30:​25· Λευ 27:​14), τόπους (Εξ 3:5· Ησ 27:​13), χρονικές περιόδους (Εξ 16:​23· Λευ 25:​12) και δραστηριότητες (Εξ 36:4), μεταδίδει τη σκέψη του αποχωρισμού, της αποκλειστικότητας ή του αγιασμού για τον Θεό, ο οποίος είναι άγιος, δηλαδή μιας κατάστασης κατά την οποία κάποιος είναι ξεχωρισμένος για την υπηρεσία του Ιεχωβά. Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, οι λέξεις που αποδίδονται «άγιος» και «αγιότητα» υποδηλώνουν παρόμοια αποχωρισμό για τον Θεό. Χρησιμοποιούνται επίσης αναφορικά με την αγνότητα στην προσωπική διαγωγή κάποιου.​—Μαρ 6:​20· 2Κο 7:1· 1Πε 1:​15, 16.

  • Αγριοσίταρο.

    Κατώτερο είδος σιταριού, του οποίου οι σπόροι δεν διαχωρίζονται εύκολα από το άχυρο.​—Εξ 9:32.

  • Αδάρ.

    Μετά τη βαβυλωνιακή εξορία, το όνομα του δωδέκατου μήνα στο ιουδαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο και έκτου μήνα στο πολιτικό ημερολόγιο. Διαρκούσε από τα μέσα Φεβρουαρίου ως τα μέσα Μαρτίου. (Εσθ 3:7)​—Βλέπε Παράρτημα Β15.

  • Άδης.

    Ελληνική λέξη που αντιστοιχεί στην εβραϊκή λέξη «Σιεόλ». Μεταφράζεται «Τάφος» (με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα) για να υποδηλώνει τον κοινό τάφο του ανθρωπίνου γένους.​—Βλέπε ΤΑΦΟΣ.

  • Αζαζήλ.

    Εβραϊκή ονομασία που πιθανώς σημαίνει «κατσίκι που εξαφανίζεται». Την Ημέρα της Εξιλέωσης, όριζαν ένα κατσίκι για τον Αζαζήλ και το έστελναν στην έρημο, έτσι ώστε αυτό έπαιρνε με συμβολικό τρόπο μακριά τις αμαρτίες που είχε διαπράξει το έθνος το περασμένο έτος.​—Λευ 16:8, 10.

  • Άζυμος.

    Η λέξη αυτή αναφέρεται στο ψωμί που φτιάχνεται χωρίς ζύμη.​—Δευ 16:3· Μαρ 14:​12· 1Κο 5:8.

  • Αιθιοπία.

    Αρχαία χώρα νότια της Αιγύπτου. Περιλάμβανε το νοτιότατο τμήμα της σημερινής Αιγύπτου και το βόρειο ήμισυ του σημερινού Σουδάν. Με τη λέξη αυτή αποδίδεται μερικές φορές η εβραϊκή ονομασία «Χους».​—Εσθ 1:1.

  • Αίρεση.

    Ομάδα ανθρώπων που προσκολλάται σε κάποιο δόγμα ή σε κάποιον ηγέτη και ακολουθεί τα δικά της πιστεύω. Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται για τους δύο μεγάλους κλάδους του Ιουδαϊσμού, τους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους. Επίσης, οι μη Χριστιανοί αποκαλούσαν τη Χριστιανοσύνη «αίρεση» ή “αίρεση των Ναζωραίων”, πιθανώς επειδή τη θεωρούσαν παρακλάδι του Ιουδαϊσμού. Στη Χριστιανική εκκλησία αναπτύχθηκαν τελικά αιρέσεις. Στην Αποκάλυψη αναφέρεται συγκεκριμένα “η αίρεση του Νικολάου”.​—Πρ 5:​17· 15:5· 24:5· 28:​22· Απ 2:6· 2Πε 2:1.

  • Ακάθαρτος.

    Ακάθαρτος μπορεί να είναι είτε ο σωματικά βρόμικος είτε αυτός που παραβιάζει ηθικούς νόμους. Πολλές φορές όμως στην Αγία Γραφή η λέξη «ακάθαρτος» αναφέρεται σε ό,τι δεν είναι αποδεκτό, ή αλλιώς καθαρό, σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο. (Λευ 5:2· 13:​45· Ματ 10:1· Πρ 10:​14· Εφ 5:5)​—Βλέπε ΚΑΘΑΡΟΣ.

  • Ακρίδες.

    Οι ακρίδες, που αποδημούν κατά τεράστια σμήνη, αποτελούσαν καθαρή τροφή σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο. Τα μεγάλα σμήνη ακρίδων που κατατρώνε τα πάντα στο πέρασμά τους, προκαλώντας ολική καταστροφή, θεωρούνταν πληγή.​—Εξ 10:​14· Ματ 3:4.

  • Ακρογωνιαία πέτρα.

    Η πέτρα που τοποθετείται στη γωνία, ή αλλιώς στην άκρη, ενός κτιρίου, στην ακμή δύο τοίχων, και η οποία παίζει σπουδαίο ρόλο στην ένωση και στο δέσιμό τους. Η κύρια ακρογωνιαία πέτρα ήταν η θεμέλια ακρογωνιαία πέτρα. Για τα δημόσια κτίρια και για τα τείχη της πόλης διάλεγαν συνήθως κάποια που ήταν εξαιρετικής αντοχής. Ο όρος «ακρογωνιαία πέτρα» χρησιμοποιείται μεταφορικά για τη  θεμελίωση της γης, ο δε Ιησούς αποκαλείται «θεμέλια ακρογωνιαία πέτρα» της Χριστιανικής εκκλησίας, η οποία παρομοιάζεται με πνευματικό σπίτι.​—Εφ 2:​20· Ιώβ 38:6.

  • Αλάβαστρο.

    Ονομασία μικρών αρωματοδοχείων τα οποία φτιάχνονταν αρχικά από ένα είδος πέτρας που υπήρχε κοντά στην πόλη Αλάβαστρον της Αιγύπτου. Αυτά τα σκεύη κατασκευάζονταν συνήθως με στενό λαιμό που μπορούσε να σφραγιστεί ώστε να μη χύνεται καθόλου πολύτιμο άρωμα. Με την ονομασία αυτή έγινε γνωστή και η ίδια η πέτρα.​—Μαρ 14:3.

  • Αλαμώθ.

    Μουσικός όρος που σημαίνει «κοπέλες» και πιθανότατα παραπέμπει στις σοπράνο φωνές νεαρών γυναικών. Ίσως υποδήλωνε ότι το μουσικό κομμάτι ή η μουσική συνοδεία έπρεπε να εκτελεστεί σε υψηλή έκταση φθόγγων.​—1Χρ 15:​20· Ψλ 46:Επγ.

  • Αληθινός Θεός, ο.

    Απόδοση των λέξεων ’Ελ και ’Ελοχίμ του εβραϊκού κειμένου σε συνδυασμό με το οριστικό άρθρο. Σε πολλές περιπτώσεις, η χρήση του οριστικού άρθρου στην εβραϊκή προσδιορίζει τον Ιεχωβά ως τον μόνο αληθινό Θεό σε αντιδιαστολή με τους ψεύτικους θεούς. Η απόδοση «ο αληθινός Θεός» μεταφέρει προσεκτικά την πλήρη έννοια αυτών των εβραϊκών λέξεων σε συναφή περιεχόμενα.​—Γε 5:​22, 24· 46:3· Δευ 4:39.

  • Άλφα και Ωμέγα.

    Το πρώτο και το τελευταίο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Χρησιμοποιούνται μαζί τρεις φορές στην Αποκάλυψη ως τίτλος για τον Θεό. Στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα, αυτή η έκφραση σημαίνει ό,τι και οι εκφράσεις «ο πρώτος και ο τελευταίος» και «η αρχή και το τέλος».​—Απ 1:8· 21:6· 22:13.

  • Αλώνισμα· Αλώνι.

    Η διαδικασία αποχωρισμού των σπόρων από το στέλεχος και το περίβλημά τους· ο τόπος όπου γινόταν αυτή η εργασία. Το αλώνισμα γινόταν με το χέρι, χρησιμοποιώντας ένα ραβδί ή, αν επρόκειτο για μεγαλύτερες ποσότητες, με ειδικά εργαλεία όπως αλωνιστικές σβάρνες ή αλωνιστικούς κυλίνδρους, τα οποία έσερναν ζώα. Οι αγρότες περνούσαν αυτά τα εργαλεία πάνω από τα σιτηρά που ήταν απλωμένα στο αλώνι, μια επίπεδη κυκλική επιφάνεια συνήθως πάνω σε ύψωμα όπου φυσούσαν άνεμοι.​—Λευ 26:5· Ησ 41:​15· Ματ 3:12.

  • Αμήν.

    Λέξη που σημαίνει «έτσι ας γίνει» ή «βεβαίως». Προέρχεται από την εβραϊκή ρίζα ’αμάν, η οποία σημαίνει «είμαι πιστός, αξιόπιστος». Λέγοντας «αμήν», κάποιος έδειχνε ότι συμφωνούσε με όρκο, προσευχή ή δήλωση. Στην Αποκάλυψη, χρησιμοποιείται ως τίτλος του Ιησού.​—Δευ 27:​26· 1Χρ 16:​36· Απ 3:14.

  • Ανάσταση.

    Έγερση από τον θάνατο. Η λέξη ἀνάστασις του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου σημαίνει κατά κυριολεξία «επανέγερση». Στην Αγία Γραφή αναφέρονται εννιά αναστάσεις, μεταξύ των οποίων και η ανάσταση του Ιησού από τον Ιεχωβά Θεό. Παρότι οι άλλες αναστάσεις έγιναν μέσω του Ηλία, του Ελισαιέ, του Ιησού, του Πέτρου και του Παύλου, τα θαύματα αυτά αποδίδονται ξεκάθαρα στη δύναμη του Θεού. Η επίγεια ανάσταση «δικαίων και αδίκων» είναι ουσιώδης για τον σκοπό του Θεού. (Πρ 24:​15) Η Αγία Γραφή κάνει λόγο και για μια ουράνια ανάσταση, τη λεγόμενη «πρωτύτερη» ή «πρώτη» ανάσταση, η οποία περιλαμβάνει τους χρισμένους από το πνεύμα αδελφούς του Ιησού.​—Φλπ 3:​11· Απ 20:5, 6· Ιωα 5:​28, 29· 11:25.

  • Ανδραδελφικός γάμος.

    Έθιμο, που ενσωματώθηκε μεταγενέστερα στον Μωσαϊκό Νόμο, σύμφωνα με το οποίο ένας άντρας παντρευόταν τη χήρα του πεθαμένου αδελφού του, αν αυτή δεν είχε γιο, για να φέρει σε ύπαρξη παιδιά που θα συνέχιζαν τη γραμμή του αδελφού του. Γνωστός και ως λεβιρατικός γάμος.​—Γε 38:8· Δευ 25:5.

  • Ανθύπατος.

    Ο ανώτερος κυβερνήτης επαρχίας η οποία ήταν υπό την εποπτεία της Ρωμαϊκής Συγκλήτου. Διέθετε δικαστική και στρατιωτική εξουσία και, μολονότι οι ενέργειές του υπόκειντο στον έλεγχο της Συγκλήτου, είχε την ύψιστη δικαιοδοσία στην επαρχία του.​—Πρ 13:7· 18:12.

  • Αντίχριστος.

    Η λέξη ἀντίχριστος του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου είναι σύνθετη από τις λέξεις ἀντί και Χριστός και έχει διπλή σημασία. Αναφέρεται είτε σε κάποιον που είναι ενάντιος προς τον Χριστό είτε σε κάποιον ψευδόχριστο που παίρνει τη θέση του Χριστού. Όλα τα άτομα, οι οργανώσεις ή οι ομάδες που ισχυρίζονται ψευδώς ότι εκπροσωπούν τον Χριστό ή ότι είναι ο Μεσσίας ή που εναντιώνονται στον Χριστό  και στους μαθητές του μπορούν ορθά να χαρακτηριστούν αντίχριστοι.​—1Ιω 2:22.

  • Αποστασία.

    Αυτός ο όρος προέρχεται από το ρήμα ἀφίστημι, που σημαίνει κατά κυριολεξία «στέκομαι μακριά από». Το ουσιαστικό «αποστασία» σημαίνει «απομάκρυνση, εγκατάλειψη ή στασιασμός». Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, χρησιμοποιείται πρωτίστως όσον αφορά εκείνους που αποσκιρτούν από την αληθινή λατρεία.​—Παρ 11:9· Πρ 21:​21· 2Θε 2:3.

  • Απόστολος.

    Η βασική έννοια αυτής της λέξης είναι «απεσταλμένος» και χρησιμοποιείται για τον Ιησού και κάποιους που στάλθηκαν για να υπηρετήσουν άλλους. Ως επί το πλείστον, αναφέρεται στους μαθητές που επέλεξε προσωπικά ο Ιησούς ως ομάδα 12 διορισμένων εκπροσώπων.​—Μαρ 3:​14· Πρ 14:14.

  • Αράμ· Αραμαίοι.

    Απόγονοι του Αράμ, γιου του Σημ, που ζούσαν κυρίως σε εδάφη τα οποία εκτείνονταν από τα όρη του Λιβάνου ως τη Μεσοποταμία και από τα όρη του Ταύρου στον βορρά ως τη Δαμασκό και ακόμη νοτιότερα. Αυτή η περιοχή, η αποκαλούμενη Αράμ στην εβραϊκή, ονομαζόταν μεταγενέστερα Συρία, και οι κάτοικοί της ονομάζονταν Σύριοι.​—Γε 25:​20· Δευ 26:5· Ωσ 12:12.

  • Αραμαϊκή.

    Σημιτική γλώσσα που συγγενεύει στενά με την εβραϊκή και χρησιμοποιεί το ίδιο αλφάβητο. Αρχικά μιλιούνταν από τους Αραμαίους, μεταγενέστερα όμως έγινε η διεθνής γλώσσα του εμπορίου και της επικοινωνίας στην ασσυριακή και στη βαβυλωνιακή αυτοκρατορία. Επιπλέον, ήταν η επίσημη γλώσσα των κυβερνητικών υπηρεσιών της περσικής αυτοκρατορίας. (Εσδ 4:7) Τμήματα των βιβλίων του Έσδρα, του Ιερεμία και του Δανιήλ γράφτηκαν στην αραμαϊκή.​—Εσδ 4:8–6:​18· 7:​12-26· Ιερ 10:​11· Δα 2:​4β–7:28.

  • Αργαλειός.

    Πλαίσιο που χρησιμοποιείται για την ύφανση νημάτων και την κατασκευή υφασμάτων.​—Εξ 39:27.

  • Άρειος Πάγος.

    Ψηλός λόφος στην Αθήνα, βορειοδυτικά της Ακρόπολης. Έτσι ονομαζόταν επίσης το συμβούλιο (δικαστήριο) που συνεδρίαζε εκεί. Κάποιοι Στωικοί και Επικούρειοι φιλόσοφοι οδήγησαν τον Παύλο στον Άρειο Πάγο για να εξηγήσει τα πιστεύω του.​—Πρ 17:19.

  • Άρμα.

    Δίτροχο, ιππήλατο όχημα που χρησιμοποιούνταν κυρίως στον πόλεμο.​—Εξ 14:​23· Κρ 4:​13· Πρ 8:28.

  • Αρμαγεδδών.

    Από την εβραϊκή έκφραση Χαρ Μεγιντών, που σημαίνει «όρος της Μεγιδδώ». Η λέξη «Αρμαγεδδών» συνδέεται με τον «πόλεμο της μεγάλης ημέρας του Θεού του Παντοδύναμου» στον οποίο συγκεντρώνονται οι «βασιλιάδες ολόκληρης της κατοικημένης γης» για να πολεμήσουν εναντίον του Ιεχωβά. (Απ 16:​14, 16· 19:​11-21)​—Βλέπε ΜΕΓΑΛΗ ΘΛΙΨΗ.

  • Αρχάγγελος.

    Σημαίνει «αρχηγός των αγγέλων». Το πρόθημα «αρχ-» σημαίνει «αρχηγός» ή «πρώτιστος». Ο παραπάνω ορισμός, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η λέξη «αρχάγγελος» χρησιμοποιείται στην Αγία Γραφή μόνο στον ενικό, υποδηλώνει ότι υπάρχει μόνο ένας αρχάγγελος. Η Γραφή κατονομάζει αυτόν τον αρχάγγελο, προσδιορίζοντάς τον ως Μιχαήλ.​—Δα 12:1· Ιου 9· Απ 12:7.

  • Αρχιερέας.

    Υπό τον Μωσαϊκό Νόμο, ο αρχιερέας ήταν ο κυριότερος ιερέας που εκπροσωπούσε τον λαό ενώπιον του Θεού και επέβλεπε τους άλλους ιερείς. Ονομάζεται επίσης «ο πρωθιερέας». (2Χρ 26:​20· Εσδ 7:5) Μόνο σε αυτόν επιτρεπόταν να μπαίνει στα Άγια των Αγίων, το εσώτατο τμήμα της σκηνής της μαρτυρίας και αργότερα του ναού. Το έκανε αυτό μόνο κατά την ετήσια Ημέρα της Εξιλέωσης. Ο όρος «αρχιερέας» εφαρμόζεται επίσης στον Ιησού Χριστό.​—Λευ 16:2, 17· 21:​10· Ματ 26:3· Εβρ 4:14.

  • Ασέλγεια.​

    Βλέπε ΕΚΛΥΤΗ ΔΙΑΓΩΓΗ.

  • Ασία.

    Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, «Ασία» ονομαζόταν η ρωμαϊκή επαρχία που περιλάμβανε τη σημερινή δυτική Τουρκία, καθώς και ορισμένα παράκτια νησιά, όπως τη Σάμο και την Πάτμο. Πρωτεύουσά της ήταν η Έφεσος. (Πρ 20:​16· Απ 1:4)​—Βλέπε Παράρτημα Β13.

  • Ασκί.

    Σάκος φτιαγμένος από ολόκληρο το δέρμα ενός ζώου, παραδείγματος χάρη κατσικιού ή προβάτου, ο οποίος χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση κρασιού ή άλλων υγρών. Το κρασί το έβαζαν σε καινούρια ασκιά επειδή, όταν υφίσταται ζύμωση, εκλύει διοξείδιο του άνθρακα το οποίο ασκεί πίεση στα ασκιά. Τα  καινούρια ασκιά διαστέλλονται, ενώ τα παλιά σκίζονται.​—Ιη 9:4· Ματ 9:17.

  • Αστορέθ.

    Χαναανιτική θεά του πολέμου και της γονιμότητας· σύζυγος του Βάαλ.​—1Σα 7:3.

  • Αστρολόγος.

    Άτομο που μελετάει τις κινήσεις του ήλιου, της σελήνης και των άστρων για να προβλέψει μελλοντικά γεγονότα.​—Δα 2:​27· Ματ 2:1.

  • Άστρο της ημέρας.

    Όρος παρόμοιας σημασίας με τον όρο «πρωινό άστρο». Είναι το τελευταίο άστρο που ανατέλλει στον ανατολικό ορίζοντα προτού προβάλει ο ήλιος, προαναγγέλλοντας έτσι την αυγή της καινούριας ημέρας.​—Απ 22:​16· 2Πε 1:19.

  • Αυλή.

    Ο περίβολος της σκηνής της μαρτυρίας και, μεταγενέστερα, ένας από τους περιτοιχισμένους, υπαίθριους χώρους γύρω από το κυρίως κτίριο του ναού. Το θυσιαστήριο του ολοκαυτώματος βρισκόταν στην αυλή της σκηνής της μαρτυρίας και στην εσωτερική αυλή του ναού. (Βλέπε Παραρτήματα Β5, Β8, Β11) Στην Αγία Γραφή αναφέρονται επίσης αυλές σπιτιών και ανακτόρων.​—Εξ 8:​13· 27:9· 1Βα 7:​12· Εσθ 4:​11· Ματ 26:3.

  • Αφιέρωση, άγιο σημείο τής.

    Αστραφτερή πλάκα από καθαρό χρυσάφι στην οποία ήταν χαραγμένες στην εβραϊκή οι λέξεις: «Η αγιότητα ανήκει στον Ιεχωβά». Ο αρχιερέας φορούσε ένα τουρμπάνι, στο μπροστινό μέρος του οποίου ήταν τοποθετημένη αυτή η πλάκα. (Εξ 39:​30)​—Βλέπε Παράρτημα Β5.

  • Αχαΐα.

    Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, η ονομασία «Αχαΐα» αναφέρεται στη ρωμαϊκή επαρχία της νότιας Ελλάδας που είχε πρωτεύουσα την Κόρινθο. Η Αχαΐα περιλάμβανε όλη την Πελοπόννησο και την κεντρική ηπειρωτική Ελλάδα. (Πρ 18:​12)​—Βλέπε Παράρτημα Β13.

  • Άχυρο.

    Τα ξερά καλάμια διαφόρων δημητριακών και το λεπτό προστατευτικό περίβλημα που διαχωρίζεται από το εδώδιμο τμήμα τους κατά το αλώνισμα και το λίχνισμα. Το άχυρο χρησιμοποιείται σε σχήματα λόγου ως σύμβολο πραγμάτων που είναι άνευ αξίας και ανεπιθύμητα.​—Ψλ 1:4· Ματ 3:12.

  • Αψιθιά.

    Ξυλώδες φυτό με έντονα πικρή γεύση και δυνατό άρωμα. Στην Αγία Γραφή, η αψιθιά χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει τα πικρά επακόλουθα της ανηθικότητας, της υποδούλωσης, της αδικίας και της αποστασίας. Στο εδάφιο Αποκάλυψη 8:​11, υποδηλώνει μια πικρή και δηλητηριώδη ουσία.​—Δευ 29:​18· Παρ 5:4· Ιερ 9:​15· Αμ 5:7.

Β

  • Βάαλ.

    Θεός των Χαναναίων που θεωρούνταν ότι είναι ο ιδιοκτήτης του ουρανού και αυτός που φέρνει τις βροχές και τη γονιμότητα. Ο τίτλος «Βάαλ» προσδιόριζε επίσης τοπικές κατώτερες θεότητες. Η εβραϊκή λέξη σημαίνει «ιδιοκτήτης· κύριος».​—1Βα 18:​21· Ρω 11:4.

  • Βαθ.

    Μέτρο υγρών που υπολογίζεται ότι ισοδυναμούσε περίπου με 22 λίτρα, σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα από θραύσματα αγγείων που φέρουν αυτή την ονομασία. Τα περισσότερα άλλα μέτρα στερεών και υγρών στην Αγία Γραφή υπολογίζονται σε σχέση με τον εκτιμώμενο όγκο του βαθ. (1Βα 7:​38· Ιεζ 45:​14)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Βασιλεία του Θεού.

    Αυτός ο όρος χρησιμοποιείται ιδιαίτερα για την έκφραση της κυριαρχίας του Θεού μέσω της βασιλικής κυβέρνησης του Γιου του, του Χριστού Ιησού.​—Ματ 12:​28· Λου 4:​43· 1Κο 15:50.

  • Βασίλισσα του Ουρανού.

    Τίτλος θεάς την οποία λάτρευαν οι αποστάτες Ισραηλίτες στις ημέρες του Ιερεμία. Σύμφωνα με ορισμένους, αυτός ο τίτλος αναφέρεται στη βαβυλωνιακή θεά Ιστάρ (Αστάρτη). Το όνομα της προγενέστερης αντίστοιχης σουμεριακής θεάς, της Ινανά, σημαίνει «βασίλισσα του ουρανού». Εκτός του ότι συσχετιζόταν με τους ουρανούς, ήταν επίσης θεά της γονιμότητας. Σε μια αιγυπτιακή επιγραφή, η Αστάρτη αποκαλείται επίσης «κυρία του ουρανού».​—Ιερ 44:19.

  • Βάφτισμα· Βαφτίζω.

    Το ρήμα «βαφτίζω» σημαίνει «βυθίζω», ή αλλιώς «βουτώ κάτω από το νερό». Ο Ιησούς κατέστησε το βάφτισμα απαίτηση για τους ακολούθους του. Επίσης, οι Γραφές αναφέρονται μεταξύ άλλων στο βάφτισμα του Ιωάννη, στο βάφτισμα με άγιο πνεύμα και στο βάφτισμα με φωτιά.​—Ματ 3:​11, 16· 28:​19· Ιωα 3:​23· 1Πε 3:21.

  •  Βεελζεβούλ.

    Χαρακτηρισμός του Σατανά, του άρχοντα των δαιμόνων. Αποτελεί πιθανώς παραφθορά του Βάαλ-ζεβούλ, του Βάαλ τον οποίο λάτρευαν οι Φιλισταίοι στην Ακκαρών.​—2Βα 1:3· Ματ 12:24.

  • Βλέπων.

    Άνθρωπος στον οποίο ο Θεός είχε δώσει την ικανότητα να διακρίνει το θεϊκό θέλημα και του οποίου τα μάτια είχαν ανοιχτεί ώστε να βλέπει ή να κατανοεί πράγματα μη προφανή στους άλλους ανθρώπους. Η εβραϊκή λέξη παράγεται από μια ρίζα που σημαίνει «βλέπω», είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά. Από τον βλέποντα ζητούσαν σοφές συμβουλές για την αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων.​—1Σα 9:9.

  • Βούκεντρο.

    Μακρύ ραβδί με αιχμηρό μεταλλικό άκρο, με το οποίο οι αγρότες κέντριζαν τα ζώα. Το βούκεντρο παραβάλλεται με τα λόγια ενός σοφού, τα οποία υποκινούν τον ακροατή να προσέξει μια σοφή συμβουλή. Η έκφραση «κλοτσώ βούκεντρα» προέρχεται από την εικόνα ενός πεισματάρικου βοδιού που αντιστέκεται στο κέντρισμα του βούκεντρου κλοτσώντας το, πράγμα που καταλήγει στον τραυματισμό του.​—Πρ 26:​14· Κρ 3:31.

  • Βουλ.

    Το όνομα του όγδοου μήνα στο ιουδαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο και δεύτερου μήνα στο πολιτικό ημερολόγιο. Προέρχεται από μια ρίζα που σημαίνει «σοδειά· παραγωγή», και αυτός ο μήνας διαρκούσε από τα μέσα Οκτωβρίου ως τα μέσα Νοεμβρίου. (1Βα 6:​38)​—Βλέπε Παράρτημα Β15.

Γ

  • Γαλαάδ.

    Αυστηρά, ο όρος «Γαλαάδ» αναφερόταν στην εύφορη περιοχή ανατολικά του Ιορδάνη Ποταμού η οποία εκτεινόταν βόρεια και νότια της κοιλάδας του Ιαβόκ. Σε κάποιες περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν για ολόκληρη την περιοχή του Ισραήλ στα ανατολικά του Ιορδάνη, όπου κατοικούσε η φυλή του Ρουβήν, η φυλή του Γαδ και η μισή φυλή του Μανασσή. (Αρ 32:1· Ιη 12:2· 2Βα 10:​33)​—Βλέπε Παράρτημα Β4.

  • Γέεννα.

    Εξελληνισμένο όνομα της Κοιλάδας του Εννόμ, νοτιοδυτικά της αρχαίας Ιερουσαλήμ. (Ιερ 7:​31) Είχε προφητευτεί ότι αυτό το μέρος θα γέμιζε από νεκρά σώματα. (Ιερ 7:​32· 19:6) Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι στη Γέεννα πετούσαν ζώα ή ανθρώπους για να τους κάψουν ζωντανούς ή να τους βασανίσουν. Επομένως, αυτό το μέρος δεν θα μπορούσε να συμβολίζει κάποιον αόρατο τόπο όπου ανθρώπινες ψυχές βασανίζονται αιώνια σε κατά γράμμα φωτιά. Αντίθετα, ο Ιησούς και οι μαθητές του χρησιμοποίησαν τη Γέεννα ως σύμβολο της αιώνιας τιμωρίας που επιφέρει «ο δεύτερος θάνατος», δηλαδή ως σύμβολο παντοτινής καταστροφής, εξάλειψης.​—Απ 20:​14· Ματ 5:​22· 10:28.

  • Γερά.

    Μονάδα μέτρησης βάρους που ισοδυναμούσε με 0,57 γρ. Αντιστοιχούσε στο 1/20 του σίκλου. (Λευ 27:​25)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Γιοι του Ααρών.

    Οι απόγονοι του Ααρών, εγγονού του Λευί. Ο Ααρών επιλέχθηκε ως ο πρώτος αρχιερέας υπό τον Μωσαϊκό Νόμο και οι γιοι του εκτελούσαν τα ιερατικά καθήκοντα στη σκηνή της μαρτυρίας και στον ναό.​—1Χρ 23:28.

  • Γιορτή της Αφιέρωσης.

    Η ετήσια ημέρα μνήμης για τον καθαρισμό του ναού μετά τη βεβήλωσή του από τον Αντίοχο τον Επιφανή. Ο εορτασμός άρχιζε στις 25 Χισλέβ και διαρκούσε οχτώ ημέρες.​—Ιωα 10:22.

  • Γιορτή του Θερισμού· Γιορτή των Εβδομάδων.​

    Βλέπε ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ.

  • Γιορτή των Άζυμων Άρτων.

    Η πρώτη από τις τρεις μεγάλες ετήσιες γιορτές των Ισραηλιτών. Άρχιζε στις 15 Νισάν, την επομένη του Πάσχα, και συνεχιζόταν επί εφτά ημέρες. Το μοναδικό ψωμί που επιτρεπόταν να τρώνε στη διάρκειά της ήταν άζυμο, σε ανάμνηση της Εξόδου από την Αίγυπτο.​—Εξ 23:​15· Μαρ 14:1.

  • Γιορτή των Σκηνών.

    Ονομάζεται και Γιορτή της Συγκομιδής. Τηρούνταν από τις 15 ως τις 21 Εθανίμ, και με αυτήν γιόρταζαν τον θερισμό και τη συγκομιδή των προϊόντων, στο τέλος του γεωργικού έτους του Ισραήλ. Ήταν καιρός χαράς και απόδοσης ευχαριστιών για τις ευλογίες του Ιεχωβά σε σχέση με τις καλλιέργειές τους. Τις ημέρες της γιορτής, οι Ισραηλίτες έμεναν σε σκηνές, ή αλλιώς σε στέγαστρα, για να θυμούνται την Έξοδο από την Αίγυπτο. Ήταν μία από τις τρεις γιορτές για τις οποίες οι άρρενες απαιτούνταν να πηγαίνουν στην Ιερουσαλήμ.​—Λευ 23:​34· Εσδ 3:4.

  • Γιος του ανθρώπου.

    Έκφραση που εμφανίζεται περίπου 80 φορές στα Ευαγγέλια.  Εφαρμόζεται στον Ιησού Χριστό και δείχνει ότι, μέσω της σαρκικής του γέννησης, έγινε άνθρωπος και δεν ήταν απλώς ένα πνευματικό πλάσμα με υλοποιημένο σώμα. Υποδηλώνει επίσης ότι ο Ιησούς επρόκειτο να εκπληρώσει την προφητεία των εδαφίων Δανιήλ 7:​13, 14. Στις Εβραϊκές Γραφές, χρησιμοποιήθηκε για τον Ιεζεκιήλ και τον Δανιήλ, τονίζοντας τη διαφορά ανάμεσα σε αυτούς τους θνητούς διαγγελείς και στον Θεό, την Πηγή του αγγέλματός τους.​—Ιεζ 3:​17· Δα 8:​17· Ματ 19:​28· 20:28.

  • Γιος του Δαβίδ.

    Έκφραση που εφαρμόζεται συνήθως στον Ιησού για να τονίσει ότι είναι ο Κληρονόμος της διαθήκης για Βασιλεία η οποία θα εκπληρωνόταν από κάποιον που θα ήταν απόγονος του Δαβίδ.​—Ματ 12:​23· 21:9.

  • Γιττίθ.

    Μουσικός όρος αβέβαιης σημασίας, μολονότι φαίνεται ότι προέρχεται από την εβραϊκή λέξη γκαθ. Μερικοί πιστεύουν ότι μπορεί να πρόκειται για μελωδία η οποία συνδέεται με τα τραγούδια του τρύγου, επειδή η λέξη γκαθ σημαίνει πατητήρι.​—Ψλ 81:Επγ.

  • Γομόρ.

    Μέτρο στερεών που ισοδυναμούσε με 2,2 λίτρα, ή αλλιώς με το ένα δέκατο του εφά. (Εξ 16:​16, 18)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Γραμματέας.

    Δημόσιος γραφέας ή διορισμένος αξιωματούχος, με κατάρτιση στη γραφή και στην τήρηση αρχείων, ή αντιγραφέας των Εβραϊκών Γραφών. (2Βα 19:2· 2Χρ 24:​11· Εσδ 7:6, υποσ.) Όταν ο Ιησούς ήρθε στη γη, η λέξη «γραμματείς» προσδιόριζε μια τάξη ανθρώπων που ήταν γνώστες του Νόμου. Οι γραμματείς εναντιώνονταν στον Ιησού.​—Μαρ 12:​38, 39· 14:1.

  • Γραφή· Γραφές.

    Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, η λέξη γραφή του πρωτότυπου κειμένου αναφέρεται στα ιερά συγγράμματα του Λόγου του Θεού.​—Λου 24:​27· 2Τι 3:16.

Δ

  • Δαγών.

    Θεός των Φιλισταίων. Η ετυμολογία του ονόματος είναι αβέβαιη, αλλά ορισμένοι λόγιοι το συνδέουν με την εβραϊκή λέξη νταγ (ψάρι).​—Κρ 16:​23· 1Σα 5:4.

  • Δαίμονες.

    Αόρατα, πονηρά πνευματικά πλάσματα που έχουν υπερανθρώπινες δυνάμεις. Αποκαλούνται «οι γιοι του αληθινού Θεού» στο εδάφιο Γένεση 6:2 και “άγγελοι” στο εδάφιο Ιούδα 6. Δεν δημιουργήθηκαν πονηροί, αλλά καταστάθηκαν από μόνοι τους εχθροί του Θεού παρακούοντάς τον στις ημέρες του Νώε και παίρνοντας το μέρος του Σατανά στον στασιασμό του εναντίον του Ιεχωβά.​—Δευ 32:​17· Λου 8:​30· Πρ 16:​16· Ιακ 2:19.

  • Δαρεικός.

    Χρυσό περσικό νόμισμα που ζύγιζε 8,4 γρ. (1Χρ 29:7)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Δείπνο του Κυρίου.

    Κατά γράμμα δείπνο που αποτελείται από άζυμο ψωμί και κρασί, τα οποία συμβολίζουν το σώμα και το αίμα του Χριστού, και γίνεται σε ανάμνηση του θανάτου του Ιησού. Εφόσον πρόκειται για περίσταση την οποία, σύμφωνα με τις Γραφές, οι Χριστιανοί απαιτείται να τηρούν, αποκαλείται επίσης εύστοχα «Ανάμνηση».​—1Κο 11:​20, 23-26.

  • Δεκάπολη.

    Ομάδα ελληνικών πόλεων, η οποία αποτελούνταν αρχικά από 10 πόλεις. Επίσης, το όνομα της περιοχής ανατολικά της Θάλασσας της Γαλιλαίας και του Ιορδάνη Ποταμού, στην οποία βρίσκονταν οι περισσότερες. Αυτές οι πόλεις αποτελούσαν κέντρα ελληνιστικού πολιτισμού και εμπορίου. Ο Ιησούς πέρασε από αυτή την περιοχή, αλλά δεν αναφέρεται ότι επισκέφτηκε κάποια από τις συγκεκριμένες πόλεις. (Ματ 4:​25· Μαρ 5:​20)​—Βλέπε Παραρτήματα Α7 και Β10.

  • Δέκατο.

    Το ένα δέκατο, ή αλλιώς 10 τοις εκατό, το οποίο δινόταν ή καταβαλλόταν ως φόρος, ιδιαίτερα για θρησκευτικούς σκοπούς. (Μαλ 3:​10· Δευ 26:​12· Ματ 23:​23) Υπό τον Μωσαϊκό Νόμο, το ένα δέκατο της παραγωγής της γης και το ένα δέκατο της αύξησης των βοδιών και των αιγοπροβάτων δίνονταν ετήσια στους Λευίτες για τη συντήρησή τους. Οι Λευίτες έδιναν το ένα δέκατο αυτού του δεκάτου στο Ααρωνικό ιερατείο για τη συντήρησή του. Εκτός αυτού, υπήρχαν μερικά επιπρόσθετα δέκατα. Η καταβολή του δεκάτου δεν αποτελεί απαίτηση για τους Χριστιανούς.

  • Δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού.

    Δέντρο στον κήπο της Εδέμ το οποίο χρησιμοποίησε ο Θεός ως σύμβολο του δικαιώματος που έχει να θέτει για τον άνθρωπο τους κανόνες σχετικά με το τι είναι «καλό» και τι «κακό».​—Γε 2:9, 17.

  • Δέντρο της ζωής.

    Δέντρο στον κήπο της Εδέμ. Η Αγία Γραφή δεν υποδηλώνει ότι οι καρποί αυτού του δέντρου είχαν εγγενείς ζωογόνες ιδιότητες. Το δέντρο της ζωής συμβόλιζε την εγγύηση για αιώνια  ζωή την οποία θα χορηγούσε ο Θεός σε όσους θα επέτρεπε να φάνε από τον καρπό του.​—Γε 2:9· 3:22.

  • Δηνάριο.

    Ασημένιο ρωμαϊκό νόμισμα που ζύγιζε περίπου 3,85 γρ. και έφερε στη μία όψη του την εικόνα του Καίσαρα. Αποτελούσε το ημερομίσθιο ενός εργάτη και ήταν το νόμισμα του “κεφαλικού φόρου” που απαιτούσαν οι Ρωμαίοι από τους Ιουδαίους. (Ματ 22:​17· Λου 20:​24)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Διάβολος.

    Το περιγραφικό όνομα του Σατανά στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, το οποίο σημαίνει «συκοφάντης». Στον Σατανά δόθηκε η ονομασία Διάβολος επειδή είναι ο πρωταρχικός και ο κυριότερος συκοφάντης και ψευδόμενος κατήγορος του Ιεχωβά, του αγαθού Του λόγου και του αγίου Του ονόματος.​—Ματ 4:1· Ιωα 8:​44· Απ 12:9.

  • Διαθήκη.

    Με τη Βιβλική έννοια, επίσημη συμφωνία, ή αλλιώς συμβόλαιο, ανάμεσα στον Θεό και σε ανθρώπους ή ανάμεσα σε δύο συμβαλλόμενα ανθρώπινα μέρη, με την οποία οι συμβαλλόμενοι δέχονται να κάνουν ή να μην κάνουν κάτι. Ενίοτε μόνο το ένα συμβαλλόμενο μέρος ήταν υπεύθυνο για την εκτέλεση των όρων (μονομερής διαθήκη, η οποία αποτελούσε ουσιαστικά υπόσχεση). Άλλοτε και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη είχαν να εκτελέσουν κάποιους όρους (διμερής διαθήκη). Εκτός από τις διαθήκες που έκανε ο Θεός με ανθρώπους, η Αγία Γραφή αναφέρει διαθήκες μεταξύ ανθρώπων, φυλών, εθνών ή ομάδων ατόμων. Μερικές από τις διαθήκες που έχουν μακροπρόθεσμο αντίκτυπο είναι αυτές που έκανε ο Θεός με τον Αβραάμ, τον Δαβίδ, το έθνος του Ισραήλ (διαθήκη του Νόμου) και τον Ισραήλ του Θεού (νέα διαθήκη).​—Γε 9:​11· 15:​18· 21:​27· Εξ 24:7· 2Χρ 21:7.

  • Διακονικός υπηρέτης.

    Απόδοση της λέξης διάκονος του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου, η οποία μεταφράζεται γενικά «διάκονος» ή «υπηρέτης». Ο όρος «διακονικός υπηρέτης» προσδιορίζει κάποιον που υπηρετεί ως βοηθός του πρεσβυτερίου στην εκκλησία. Για να έχει κάποιος τα προσόντα για αυτό το προνόμιο υπηρεσίας, πρέπει να πληροί ορισμένα Γραφικά κριτήρια.​—1Τι 3:​8-10, 12.

  • Δίας.

    Ο μεγαλύτερος θεός των πολυθεϊστών αρχαίων Ελλήνων. Στα Λύστρα, θεώρησαν εσφαλμένα ότι ο Βαρνάβας ήταν ο Δίας. Αρχαίες επιγραφές που βρέθηκαν κοντά στα Λύστρα κάνουν λόγο για «ιερείς του Δία» και για τον «Δία, τον θεό του ήλιου». Το πλοίο με το οποίο ο Παύλος συνέχισε το ταξίδι του από τη Μάλτα είχε για ακρόπρωρο τους «Διόσκουρους» (Γιους του Δία), δηλαδή τους δίδυμους αδελφούς Κάστορα και Πολυδεύκη.​—Πρ 14:​12· 28:11.

  • Διευθύνων.

    Στους Ψαλμούς, ο αντίστοιχος εβραϊκός όρος φαίνεται ότι αναφέρεται σε ένα άτομο που κατά κάποιον τρόπο διασκεύαζε τους ύμνους και διηύθυνε την υμνολογία, έκανε πρόβες με τους Λευίτες υμνωδούς και τους εκπαίδευε, ακόμη δε και πρωτοστατούσε στις επίσημες εκτελέσεις των ύμνων. Άλλες μεταφράσεις αποδίδουν αυτόν τον όρο «αρχιμουσικός» ή «μουσικός διευθυντής».​—Ψλ 4:Επγ· 5:Επγ.

  • Δικαιοσύνη.

    Στις Γραφές, η δικαιοσύνη συνίσταται σε ό,τι είναι ορθό σύμφωνα με τα κριτήρια του Θεού για το ορθό και το εσφαλμένο.​—Γε 15:6· Δευ 6:​25· Παρ 11:4· Σοφ 2:3· Ματ 6:33.

  • Δικαστική έδρα.

    Συνήθως επρόκειτο για υπαίθρια υπερυψωμένη εξέδρα, προσβάσιμη από σκαλοπάτια, στην οποία κάθονταν οι αξιωματούχοι όταν απευθύνονταν στα πλήθη και ανάγγελλαν τις αποφάσεις τους. Οι εκφράσεις «δικαστική έδρα του Θεού» και «δικαστική έδρα του Χριστού» συμβολίζουν τη διευθέτηση του Ιεχωβά για την κρίση της ανθρωπότητας.​—Ρω 14:​10· 2Κο 5:​10· Ιωα 19:13.

  • Διοικητές πόλης.

    Στις ρωμαϊκές αποικίες, οι κυβερνητικές αρμοδιότητες βρίσκονταν στα χέρια των διοικητών της πόλης. Καθήκον τους ήταν, μεταξύ άλλων, να διατηρούν την τάξη, να διαχειρίζονται τα οικονομικά, να κρίνουν τους παραβάτες του νόμου, καθώς και να διατάζουν την εκτέλεση της ποινής.​—Πρ 16:20.

  • Δραχμή.

    Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, η δραχμή αναφέρεται σε ελληνικό ασημένιο νόμισμα, το οποίο τότε ζύγιζε 3,4 γρ. Στις Εβραϊκές Γραφές, γίνεται λόγος για τη χρυσή δραχμή της περσικής περιόδου η οποία θεωρούνταν ίσης  αξίας με τον δαρεικό. (Νε 7:​70· Ματ 17:​24)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Δώρα ελέους.

    Δώρα που δίνονται για να βοηθήσουν κάποιον που έχει ανάγκη. Τέτοιου είδους δώρα δεν αναφέρονται άμεσα στις Εβραϊκές Γραφές, αλλά ο Νόμος έδινε συγκεκριμένες κατευθύνσεις στους Ισραηλίτες σχετικά με τις υποχρεώσεις τους προς τους φτωχούς. Στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών, αυτού του είδους η υλική βοήθεια προσδιορίζεται από τη λέξη ἐλεημοσύνη.​Ματ 6:2.

Ε

  • Εβραϊκή.

    Η γλώσσα των Εβραίων. Ήταν η γλώσσα που μιλούσαν ο Χριστός και οι μαθητές του, αν και εκείνη την εποχή περιλάμβανε πλέον πολλές αραμαϊκές εκφράσεις.​—Πρ 26:14.

  • Εβραίος.

    Αυτή η επωνυμία χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά για τον Άβραμ (Αβραάμ), ξεχωρίζοντάς τον από τους Αμορραίους γείτονές του. Έκτοτε χρησιμοποιούνταν για τους απογόνους του Αβραάμ μέσω του εγγονού του, του Ιακώβ.​—Γε 14:​13· Εξ 5:3.

  • Εδώμ.

    Άλλο όνομα του Ησαύ, γιου του Ισαάκ. Οι απόγονοι του Ησαύ (Εδώμ) κατέλαβαν την περιοχή του Σηείρ, δηλαδή την ορεινή έκταση ανάμεσα στη Νεκρά Θάλασσα και στον κόλπο της Άκαμπα. Η περιοχή αυτή έγινε γνωστή ως Εδώμ. (Γε 25:​30· 36:8)​—Βλέπε Παραρτήματα Β3 και Β4.

  • Εθανίμ.

    Το όνομα του έβδομου μήνα στο ιουδαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο και πρώτου μήνα στο πολιτικό ημερολόγιο. Διαρκούσε από τα μέσα Σεπτεμβρίου ως τα μέσα Οκτωβρίου. Μετά την επιστροφή των Ιουδαίων από τη Βαβυλώνα, ονομάστηκε Τισρί. (1Βα 8:2)​—Βλέπε Παράρτημα Β15.

  • Είδωλο· Ειδωλολατρία.

    Είδωλο είναι η εικόνα, η παράσταση οποιουδήποτε πράγματος, αληθινού ή φανταστικού, η οποία ίσως χρησιμοποιείται στη λατρεία. Ειδωλολατρία είναι η ευλάβεια, η αγάπη ή η λατρεία προς ένα είδωλο.​—Ψλ 115:4· Πρ 17:​16· 1Κο 10:14.

  • Εκατόνταρχος.

    Στις Εβραϊκές Γραφές, ο όρος «εκατόνταρχος» προσδιορίζει ένα από τα αξιώματα στο δικαστικό και στο στρατιωτικό σύστημα του Ισραήλ (Εξ 18:​21, 25· Αρ 31:​14, 48) Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, προσδιορίζει έναν αξιωματικό του ρωμαϊκού στρατού που είχε υπό τις διαταγές του 100 στρατιώτες.​—Ματ 8:5· Πρ 10:1.

  • Εκκλησία.

    Σύνολο ατόμων συγκεντρωμένων για ιδιαίτερο σκοπό ή συγκεκριμένη δραστηριότητα. Στις Εβραϊκές Γραφές, αναφέρεται γενικά στο έθνος του Ισραήλ. Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, αναφέρεται σε επιμέρους εκκλησίες Χριστιανών, αλλά ως επί το πλείστον στη Χριστιανική εκκλησία γενικά.​—1Βα 8:​22· Πρ 9:​31· Ρω 16:5.

  • Έκλυτη διαγωγή.

    Όρος με τον οποίο αποδίδεται η λέξη ἀσέλγεια του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου. Σχετίζεται με πράξεις που συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των νόμων του Θεού και αντανακλούν έκλυτη ή θρασύτατα περιφρονητική στάση· πνεύμα που φανερώνει έλλειψη σεβασμού ή ακόμη και περιφρόνηση για την εξουσία, τους νόμους και τους κανόνες. Αυτή η έκφραση δεν αναφέρεται σε εσφαλμένη διαγωγή που είναι κατά κάποιον τρόπο ασήμαντη.​—Γα 5:​19· 2Πε 2:7.

  • Ελεύθερος· Απελεύθερος.

    Στη διάρκεια της ρωμαϊκής κυριαρχίας, «ελεύθερος» ονομαζόταν όποιος είχε γεννηθεί στην ελευθερία και κατείχε όλα τα δικαιώματα του πολίτη. Αντίθετα, «απελεύθερος» ονομαζόταν όποιος ελευθερωνόταν από τη δουλεία. Με την επίσημη απελευθέρωση ο απελεύθερος αποκτούσε τη ρωμαϊκή υπηκοότητα, αλλά δεν είχε το δικαίωμα να διεκδικεί πολιτικά αξιώματα. Η ανεπίσημη απελευθέρωση ελευθέρωνε κάποιον από τη δουλεία αλλά δεν του παρείχε πλήρη πολιτικά δικαιώματα.​—1Κο 7:22.

  • Έλληνας.

    Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, η λέξη «Έλληνας» δεν προσδιορίζει μόνο κάποιον που είναι γηγενής της Ελλάδας ή ένα άτομο ελληνικής καταγωγής, αλλά χρησιμοποιείται και με ευρύτερη έννοια, αναφερόμενη σε όλους τους μη ιουδαϊκούς λαούς ή σε όσους είχαν επηρεαστεί από την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό.​—Ιωλ 3:6· Ιωα 12:20.

  • Ελληνική.

    Στην ελληνική γλώσσα γράφτηκαν εξαρχής οι Χριστιανικές Γραφές (εκτός από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, το οποίο γράφτηκε πρώτα στην εβραϊκή). Επίσης, σε αυτήν εμφανίστηκε η πρώτη πλήρης μετάφραση των Εβραϊκών Γραφών, δηλαδή η Μετάφραση των Εβδομήκοντα.

  •  Ελούλ.

    Μετά τη βαβυλωνιακή εξορία, το όνομα του έκτου μήνα στο ιουδαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο και δωδέκατου μήνα στο πολιτικό ημερολόγιο. Διαρκούσε από τα μέσα Αυγούστου ως τα μέσα Σεπτεμβρίου. (Νε 6:​15)​—Βλέπε Παράρτημα Β15.

  • Ενέχυρο.

    Προσωπικό αντικείμενο το οποίο παραδίδει ο χρεώστης στον πιστωτή του ως εγγύηση για τη μελλοντική εξόφληση του δανείου. Ο Μωσαϊκός Νόμος περιλάμβανε διατάξεις για τα ενέχυρα ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των φτωχών και των ανυπεράσπιστων μελών του έθνους.​—Εξ 22:​26· Ιεζ 18:7.

  • Εξιλασμός.​

    Βλέπε ΕΞΙΛΕΩΣΗ.

  • Εξιλαστήριο κάλυμμα.

    Το κάλυμμα της κιβωτού της διαθήκης, μπροστά στο οποίο ο αρχιερέας τίναζε το αίμα από τις προσφορές για αμαρτία κατά την Ημέρα της Εξιλέωσης. Ο εβραϊκός όρος προέρχεται από μια ρίζα που σημαίνει «καλύπτω (αμαρτία)» ή ίσως «εξαλείφω (αμαρτία)». Το κάλυμμα αυτό ήταν φτιαγμένο από καθαρό χρυσάφι και είχε πάνω του δύο χερουβείμ, ένα στη μία άκρη και ένα στην άλλη. Ενίοτε αναφέρεται απλώς ως «το κάλυμμα». (Εξ 25:​17-22· 1Χρ 28:​11· Εβρ 9:5)​—Βλέπε Παράρτημα Β5.

  • Εξιλέωση.

    Στις Εβραϊκές Γραφές, η έννοια της εξιλέωσης συνδεόταν με θυσίες που έδιναν στον λαό τη δυνατότητα να πλησιάζει τον Θεό και να τον λατρεύει. Υπό τον Μωσαϊκό Νόμο, γίνονταν θυσίες, ιδιαίτερα κατά την ετήσια Ημέρα της Εξιλέωσης, με σκοπό να επέλθει συμφιλίωση με τον Θεό παρά τις αμαρτίες του καθενός ατομικά και ολόκληρου του έθνους. Εκείνες οι θυσίες υποδείκνυαν τη θυσία του Ιησού, με την οποία επιτεύχθηκε πλήρης εξιλέωση για τις αμαρτίες της ανθρωπότητας μία φορά για πάντα, δίνοντας στους ανθρώπους την ευκαιρία να συμφιλιωθούν με τον Ιεχωβά.​—Λευ 5:​10· 23:​28· Κολ 1:​20· Εβρ 9:12.

  • Εξορία.

    Εκδίωξη ενός ατόμου από την πατρίδα ή το σπίτι του, η οποία συνήθως επιβάλλεται από κατακτητές. Η εβραϊκή λέξη σημαίνει «αναχώρηση». Οι Ισραηλίτες υπέστησαν δύο μεγάλες εξορίες. Το βόρειο δεκάφυλο βασίλειο οδηγήθηκε σε εξορία από τους Ασσυρίους και, μεταγενέστερα, το νότιο δίφυλο βασίλειο οδηγήθηκε σε εξορία από τους Βαβυλωνίους. Ένα υπόλοιπο και από τις δύο αυτές ομάδες εξορίστων επέστρεψε στη γη του υπό τον Κύρο, ηγεμόνα της Περσίας.​—2Βα 17:6· 24:​16· Εσδ 6:21.

  • Επιγραφή.

    Στο βιβλίο των Ψαλμών, ο όρος «επιγραφή» προσδιορίζει την επικεφαλίδα η οποία κατονομάζει τον συγγραφέα, δίνει επεξηγηματικές πληροφορίες, παρέχει μουσικές οδηγίες ή υποδηλώνει τη χρήση ή τον σκοπό του ψαλμού.​—Βλέπε τις επιγραφές στους Ψαλμούς 3, 4, 5, 6, 7, 30, 38, 60, 92, 102.

  • Επιδημία.

    Οποιαδήποτε ταχύτατα μεταδιδόμενη λοιμώδης νόσος, ικανή να προσλάβει πολύ μεγάλες διαστάσεις και να προκαλέσει τον θάνατο. Πολλές φορές συσχετίζεται με την εκτέλεση θεϊκής κρίσης.​—Αρ 14:​12· Ιεζ 38:​22, 23· Αμ 4:10.

  • Επιθέτω τα χέρια.

    Η επίθεση των χεριών σε ένα άτομο γινόταν προκειμένου να διοριστεί για κάποιο ειδικό έργο ή να λάβει κάποια ευλογία, κάποια θεραπεία ή κάποιο δώρο του αγίου πνεύματος. Μερικές φορές επέθεταν τα χέρια σε ζώα προτού τα θυσιάσουν.​—Εξ 29:​15· Αρ 27:​18· Πρ 19:6· 1Τι 5:22.

  • Επικούρειοι φιλόσοφοι.

    Οπαδοί του φιλόσοφου Επίκουρου (341-270 Π.Κ.Χ.). Κεντρική ιδέα της φιλοσοφίας τους ήταν ότι υπέρτατος στόχος στη ζωή είναι η προσωπική ηδονή.​—Πρ 17:18.

  • Επίσκοπος.

    Άντρας του οποίου η πρωταρχική ευθύνη είναι να περιφρουρεί και να ποιμαίνει την εκκλησία. Η βασική έννοια της λέξης ἐπίσκοπος του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου είναι η έννοια της προστατευτικής επίβλεψης. Οι όροι «επίσκοπος» και «πρεσβύτερος» προσδιορίζουν την ίδια θέση στη Χριστιανική εκκλησία: ο όρος «πρεσβύτερος» υποδηλώνει τις ώριμες ιδιότητες ενός ατόμου που έχει αυτόν τον διορισμό, ενώ ο όρος «επίσκοπος» δίνει έμφαση στα καθήκοντα που συνεπάγεται αυτός.​—Πρ 20:​28· 1Τι 3:​2-7· 1Πε 5:2.

  • Ερμής.

    Θεός των αρχαίων Ελλήνων, γιος του Δία. Στα Λύστρα, αποκάλεσαν εσφαλμένα τον Παύλο Ερμή, επειδή υποτίθεται ότι ο Ερμής ήταν αγγελιοφόρος των θεών και θεός της ευγλωττίας.​—Πρ 14:12.

  • Ευνούχος.

    Κατά κυριολεξία, άρρενας που έχει υποστεί ακρωτηριασμό των γεννητικών του οργάνων. Οι ευνούχοι διορίζονταν  συνήθως στις βασιλικές αυλές ως υπηρέτες ή θεράποντες της βασίλισσας και των παλλακίδων. Ο όρος αναφέρεται επίσης σε άντρα που δεν ήταν κατά κυριολεξία ευνούχος, αλλά αξιωματούχος στον οποίο είχαν ανατεθεί καθήκοντα στην αυλή του βασιλιά. Χρησιμοποιείται επίσης μεταφορικά σε σχέση με ένα άτομο που είναι “ευνούχος για τη Βασιλεία”, κάποιον που ασκεί εγκράτεια ώστε να είναι πληρέστερα προσηλωμένος στην υπηρεσία του Θεού.​—Ματ 19:​12· Εσθ 2:​15· Πρ 8:27.

  • Ευφράτης.

    Ο μεγαλύτερος και σημαντικότερος ποταμός της νοτιοδυτικής Ασίας, καθώς και ο ένας από τους δύο κυριότερους ποταμούς της Μεσοποταμίας. Μνημονεύεται πρώτη φορά στο εδάφιο Γένεση 2:​14 ως ένας από τους τέσσερις ποταμούς της Εδέμ. Πολλές φορές αποκαλείται “ο Ποταμός”. (Γε 31:​21) Αποτελούσε το βόρειο όριο της περιοχής που παραχωρήθηκε στον Ισραήλ. (Γε 15:​18· Απ 16:​12)​—Βλέπε Παράρτημα Β2.

  • Ευχαριστήρια προσφορά.

    Προσφορά συμμετοχής που αποσκοπούσε στον αίνο του Θεού για τις προμήθειές του και για την όσια αγάπη του. Στα πλαίσια αυτής της προσφοράς έτρωγαν το κρέας του ζώου που θυσίαζαν, καθώς επίσης ένζυμο και άζυμο ψωμί. Το κρέας έπρεπε να καταναλωθεί αυθημερόν.​—2Χρ 29:31.

  • Ευχή.

    Στην Αγία Γραφή, η λέξη «ευχή» δηλώνει την επίσημη υπόσχεση που έδινε κάποιος στον Θεό αναφορικά με την εκτέλεση κάποιας πράξης, την πραγματοποίηση προσφοράς ή δωρεάς, την είσοδο σε κάποια υπηρεσία ή κατάσταση ή την αποχή από ορισμένα πράγματα τα οποία δεν ήταν αθέμιτα αυτά καθαυτά. Η ευχή ήταν οικειοθελής δήλωση που γινόταν αυτόβουλα. Εφόσον επρόκειτο για επίσημη υπόσχεση, είχε την ισχύ όρκου, σε ορισμένες δε περιπτώσεις οι δύο λέξεις εμφανίζονται μαζί στην Αγία Γραφή.​—Αρ 6:2· Εκ 5:4· Ματ 5:33.

  • Εφά.

    Μέτρο χωρητικότητας στερεών, καθώς και το δοχείο με το οποίο μετρούσαν σιτηρά. Αντιστοιχούσε στο βαθ, το οποίο ήταν μέτρο υγρών. Συνεπώς, ισοδυναμούσε με 22 λίτρα. (Εξ 16:​36· Ιεζ 45:​10)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Εφόδ.

    Ιερατικό ρούχο που έμοιαζε με ποδιά. Ο αρχιερέας φορούσε ειδικό εφόδ, στο μπροστινό μέρος του οποίου ήταν προσαρμοσμένο το περιστήθιο που είχε 12 πολύτιμες πέτρες. (Εξ 28:4, 6) Εφόδ φορούσαν μερικές φορές και άτομα που δεν ήταν ιερείς. (1Σα 2:​18· 2Σα 6:​14)​—Βλέπε Παράρτημα Β5.

  • Εφραΐμ.

    Ο δεύτερος γιος του Ιωσήφ. Το όνομα Εφραΐμ εφαρμόστηκε αργότερα σε μία από τις φυλές του Ισραήλ. Μετά τη διαίρεση του Ισραήλ, ο Εφραΐμ, ως η πιο εξέχουσα φυλή, κατέληξε να αντιπροσωπεύει ολόκληρο το δεκάφυλο βασίλειο.​—Γε 41:​52· Ιερ 7:15.

Ζ

  • Ζιβ.

    Το αρχικό όνομα του δεύτερου μήνα στο ιουδαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο και όγδοου μήνα στο πολιτικό ημερολόγιο. Διαρκούσε από τα μέσα Απριλίου ως τα μέσα Μαΐου. Ονομάζεται Ιγιάρ στο ιουδαϊκό Ταλμούδ και σε άλλα μεταιχμαλωσιακά έργα. (1Βα 6:​37)​—Βλέπε Παράρτημα Β15.

  • Ζυγός.

    Ραβδί το οποίο στήριζε κάποιος στους ώμους του και το οποίο έφερε σε κάθε πλευρά αναρτημένα φορτία ή ξύλινη δοκός ή κατασκευή η οποία τοποθετούνταν στον τράχηλο δύο ζώων έλξης (συνήθως βοδιών) όταν αυτά έσερναν γεωργικό εργαλείο ή άμαξα. Επειδή συνήθως ήταν καθήκον των δούλων να μεταφέρουν βαριά φορτία με τον ζυγό, συμβόλιζε την υποδούλωση ή την υποταγή σε άλλο άτομο, όπως επίσης την καταδυνάστευση και τα παθήματα. Η αφαίρεση ή το σπάσιμο του ζυγού σήμαινε απελευθέρωση από τα δεσμά, την καταδυνάστευση και την εκμετάλλευση.​—Λευ 26:​13· Ματ 11:​29, 30.

Η

  • Ημέρα Κρίσης.

    Συγκεκριμένη ημέρα, ή αλλιώς περίοδος, κατά την οποία ορισμένες ομάδες ανθρώπων, έθνη ή γενικά η ανθρωπότητα καλούνται από τον Θεό να λογοδοτήσουν. Μπορεί να είναι ένας καιρός κατά τον οποίο εκτελούνται όσοι έχουν κριθεί άξιοι θανάτου ή μπορεί η κρίση να δίνει σε ορισμένους την ευκαιρία να σωθούν και να λάβουν αιώνια ζωή. Ο Ιησούς Χριστός και οι απόστολοί του κατέδειξαν ότι θα υπήρχε μια μελλοντική “Ημέρα Κρίσης” που δεν αφορά μόνο τους ζωντανούς αλλά και εκείνους που πέθαναν στο παρελθόν.​—Ματ 12:36.

  •  Ημέρα της Εξιλέωσης.

    Η σπουδαιότερη γιορτή των Ισραηλιτών, η οποία ονομάζεται επίσης Γιομ Κιπούρ (από την εβραϊκή έκφραση γιωμ χακκιππουρίμ, «ημέρα των καλύψεων»)· γιορταζόταν στις 10 Εθανίμ. Ήταν η μόνη ημέρα του έτους κατά την οποία ο αρχιερέας έμπαινε στα Άγια των Αγίων της σκηνής της μαρτυρίας. Εκεί πρόσφερε το αίμα των θυσιών για τις δικές του αμαρτίες, τις αμαρτίες των άλλων Λευιτών και τις αμαρτίες του λαού. Ήταν καιρός άγιας συνέλευσης και νηστείας, καθώς και σάββατο, ημέρα αποχής από τις συνηθισμένες εργασίες.​—Λευ 23:​27, 28.

  • Ηρώδης.

    Οικογενειακό όνομα δυναστείας που κυβέρνησε τους Ιουδαίους κατ’ εντολήν της Ρώμης. Ο Ηρώδης ο Μέγας έγινε διάσημος επειδή ανοικοδόμησε τον ναό στην Ιερουσαλήμ και επειδή διέταξε τη σφαγή των νηπίων στην προσπάθειά του να θανατώσει τον Ιησού. (Ματ 2:​16· Λου 1:5) Στον Ηρώδη Αρχέλαο και στον Ηρώδη Αντίπα, γιους του Ηρώδη του Μεγάλου, ανατέθηκε η διακυβέρνηση τμημάτων της επικράτειας του πατέρα τους. (Ματ 2:​22) Ο Αντίπας ήταν τετράρχης, αποκαλούμενος κοινώς «βασιλιάς», που κυβέρνησε στη διάρκεια των τριάμισι ετών της διακονίας του Χριστού και μέχρι την εποχή για την οποία κάνει λόγο το βιβλίο των Πράξεων, κεφάλαιο 12. (Μαρ 6:​14-17· Λου 3:1, 19, 20· 13:​31, 32· 23:​6-15· Πρ 4:​27· 13:1) Μετέπειτα, ο Ηρώδης Αγρίππας Α΄, εγγονός του Ηρώδη του Μεγάλου, εκτελέστηκε από τον άγγελο του Θεού ύστερα από σύντομη διακυβέρνηση. (Πρ 12:​1-6, 18-23) Τη σκυτάλη πήρε ο γιος του, ο Ηρώδης Αγρίππας Β΄, ο οποίος βασίλεψε μέχρι την εποχή της εξέγερσης των Ιουδαίων εναντίον της Ρώμης.​—Πρ 23:​35· 25:​13, 22-27· 26:1, 2, 19-32.

  • Ηρωδιανοί.

    Γνωστοί και ως “οπαδοί της παράταξης του Ηρώδη”. Κόμμα εθνικιστών που υποστήριζαν τις πολιτικές επιδιώξεις των Ηρωδιδών, οι οποίοι κυβερνούσαν υπό τους Ρωμαίους. Σε αυτή την παράταξη ανήκαν πιθανώς μερικοί Σαδδουκαίοι. Οι Ηρωδιανοί σχημάτισαν μέτωπο με τους Φαρισαίους εναντίον του Ιησού.​—Μαρ 3:6.

Θ

  • Θαρσείς, πλοία τής.

    Αρχικά, η έκφραση «πλοία της Θαρσείς» χρησιμοποιούνταν για τα πλοία που ταξίδευαν στην αρχαία Θαρσείς (τη σημερινή Ισπανία). Φαίνεται όμως ότι κατέληξε να προσδιορίζει γενικά τα μεγάλα πλοία που κάλυπταν μακρινές αποστάσεις. Ο Σολομών και ο Ιωσαφάτ αξιοποίησαν τέτοια πλοία για εμπορικούς σκοπούς.​—1Βα 9:​26· 10:​22· 22:48.

  • Θαύματα· Δυναμικά έργα.

    Ενέργειες ή φαινόμενα που υπερβαίνουν όλες τις γνωστές στους ανθρώπους δυνάμεις και αποδίδονται σε υπερφυσικό παράγοντα. Στην Αγία Γραφή οι όροι «σημείο», «θαυμαστό προμήνυμα» και «θαυμαστό πράγμα» χρησιμοποιούνται ενίοτε ως συνώνυμα.​—Εξ 4:​21· Πρ 4:​22· Εβρ 2:4.

  • Θεοσεβής αφοσίωση.

    Απόδοση της λέξης εὐσέβεια του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου. Ο όρος αυτός σημαίνει ευλάβεια, λατρεία και υπηρεσία προς τον Ιεχωβά Θεό, με οσιότητα στην παγκόσμια κυριαρχία του.​—1Τι 4:8· 2Τι 3:12.

  • Θεραφίμ.

    Εφέστιοι θεοί ή είδωλα, τα οποία οι άνθρωποι συμβουλεύονταν ενίοτε για οιωνούς. (Ιεζ 21:​21) Μερικά από αυτά τα αγάλματα είχαν μέγεθος και σχήμα ανθρώπου, ενώ άλλα ήταν πολύ μικρότερα. (Γε 31:​34· 1Σα 19:​13, 16) Αρχαιολογικά ευρήματα στη Μεσοποταμία υποδηλώνουν ότι η κατοχή των γλυπτών θεραφίμ έπαιζε σημαντικό ρόλο στο ποιος θα λάβαινε την οικογενειακή κληρονομιά. (Έτσι μπορεί να εξηγείται γιατί η Ραχήλ πήρε τα θεραφίμ του πατέρα της.) Αυτό δεν φαίνεται να ίσχυε στον Ισραήλ, παρότι στις ημέρες των κριτών, καθώς και των βασιλιάδων, γινόταν ειδωλολατρική χρήση των θεραφίμ. Τα θεραφίμ συγκαταλέγονταν στα αντικείμενα που κατέστρεψε ο πιστός βασιλιάς Ιωσίας.​—Κρ 17:5· 2Βα 23:​24· Ωσ 3:4.

  • Θρηνωδία.

    Σύνθεση, λυρική ή μουσική, η οποία εκφράζει βαθιά λύπη, όπως τη θλίψη που νιώθει κάποιος λόγω του θανάτου ενός φίλου ή κάποιου αγαπημένου προσώπου.​—2Σα 1:​17· Ψλ 7:Επγ.

  • Θυμίαμα.

    Μείγμα από διάφορα είδη αρωματικού κόμμεος και βάλσαμου που καίγεται αργά, αναδίδοντας ευωδιαστό άρωμα. Στη σκηνή της μαρτυρίας και στον ναό χρησιμοποιούνταν ένα ειδικό θυμίαμα παρασκευασμένο από τέσσερα συστατικά. Το έκαιγαν το πρωί και τη νύχτα στο θυσιαστήριο του θυμιάματος μέσα στα  Άγια, ενώ την Ημέρα της Εξιλέωσης το έκαιγαν μέσα στα Άγια των Αγίων. Συμβόλιζε τις αποδεκτές προσευχές των πιστών υπηρετών του Θεού. Η χρήση του δεν αποτέλεσε απαίτηση για τους Χριστιανούς.​—Εξ 30:​34, 35· Λευ 16:​13· Απ 5:8.

  • Θυσία.

    Κάτι που προσφέρεται στον Θεό για απόδοση ευχαριστίας, παραδοχή ενοχής και αποκατάσταση των καλών σχέσεων μαζί του. Από την εποχή του Άβελ, οι άνθρωποι πρόσφεραν διάφορες θυσίες σε εθελοντική βάση, όπως θυσίες ζώων, ώσπου η διαθήκη του Μωσαϊκού Νόμου κατέστησε τις θυσίες υποχρεωτικές. Οι θυσίες ζώων έπαψαν να είναι απαραίτητες όταν ο Ιησούς έδωσε τη ζωή του ως τέλεια θυσία, αλλά οι Χριστιανοί εξακολουθούν να προσφέρουν στον Θεό πνευματικές θυσίες.​—Γε 4:4· Εβρ 13:​15, 16· 1Ιω 4:10.

  • Θυσία συμμετοχής.

    Θυσία που προσφερόταν στον Ιεχωβά ως αίτημα για ειρήνη μαζί του. Σε αυτήν συμμετείχαν ο λάτρης και το σπιτικό του, ο εν υπηρεσία ιερέας και οι υπόλοιποι ιερείς που εκτελούσαν εκείνη την ώρα τα καθήκοντά τους. Ο Ιεχωβά λάβαινε, σαν να λέγαμε, τον ευάρεστο καπνό από το πάχος που καιγόταν. Του δινόταν επίσης το αίμα, που αντιπροσώπευε τη ζωή. Ήταν σαν να γευμάτιζαν οι ιερείς και οι λάτρεις με τον Ιεχωβά, γεγονός που υποδήλωνε ειρηνική σχέση.​—Λευ 7:​29, 32· Δευ 27:7.

  • Θυσιαστήριο.

    Ανυψωμένη κατασκευή ή εξέδρα φτιαγμένη από χώμα, πέτρες, κομμάτι βράχου ή ξύλα επικαλυμμένα με μέταλλο, στην οποία προσφέρονταν θυσίες ή θυμίαμα για λατρεία. Στο πρώτο δωμάτιο της σκηνής της μαρτυρίας και του ναού, υπήρχε ένα μικρό «χρυσό θυσιαστήριο» για προσφορά θυμιάματος. Ήταν φτιαγμένο από ξύλα επικαλυμμένα με χρυσάφι. Ένα μεγαλύτερο «χάλκινο θυσιαστήριο», για προσφορά ολοκαυτωμάτων, βρισκόταν έξω στην αυλή. (Εξ 27:1· 39:​38, 39· Γε 8:​20· 1Βα 6:​20· 2Χρ 4:1· Λου 1:​11)​—Βλέπε Παραρτήματα Β5 και Β8.

Ι

  • Ιακώβ.

    Γιος του Ισαάκ και της Ρεβέκκας. Αργότερα ο Θεός τον μετονόμασε σε Ισραήλ, και αυτός έγινε ο πατριάρχης του λαού του Ισραήλ (τα μέλη του οποίου ονομάζονταν επίσης Ισραηλίτες και μεταγενέστερα Ιουδαίοι). Έγινε πατέρας 12 γιων οι οποίοι, μαζί με τους απογόνους τους, σχημάτισαν τις 12 φυλές του έθνους του Ισραήλ. Το όνομα Ιακώβ συνέχισε να χρησιμοποιείται για το έθνος ή τον λαό του Ισραήλ.​—Γε 32:​28· Ματ 22:32.

  • Ιγαϊών.

    Τεχνικός όρος μουσικής διεύθυνσης. Όπως χρησιμοποιείται στο εδάφιο Ψαλμός 9:​16, μπορεί να σημαίνει είτε ένα υποβλητικό, βαθύτονο ιντερλούδιο για άρπα είτε μια υποβλητική παύση η οποία γίνεται για στοχασμό.

  • Ιεδουθούν.

    Όρος αβέβαιης σημασίας που εμφανίζεται στις επιγραφές των Ψαλμών 39, 62 και 77. Αυτές οι επιγραφές φαίνεται ότι αποτελούν οδηγίες για τον τρόπο εκτέλεσης του ψαλμού, προσδιορίζοντας ίσως κάποια τεχνική ή ένα μουσικό όργανο. Εφόσον υπήρχε κάποιος Λευίτης μουσικός που λεγόταν Ιεδουθούν, η συγκεκριμένη τεχνική εκτέλεσης ή το συγκεκριμένο όργανο ίσως συνδεόταν με τον ίδιο ή με τους γιους του.

  • Ιερέας.

    Άντρας που εκπροσωπούσε επισήμως τον Θεό στον λαό τον οποίο υπηρετούσε, διδάσκοντάς τον σχετικά με Εκείνον και τους νόμους Του. Οι ιερείς εκπροσωπούσαν επίσης τον λαό ενώπιον του Θεού, προσφέροντας θυσίες, μεσολαβώντας για τον λαό και κάνοντας θερμές παρακλήσεις εκ μέρους του. Πριν από τη θέσπιση του Μωσαϊκού Νόμου, κάθε κεφαλή οικογένειας υπηρετούσε ως ιερέας για την οικογένειά του. Υπό τον Μωσαϊκό Νόμο, το ιερατείο αποτελούνταν από τα άρρενα μέλη της οικογένειας του Ααρών, η οποία ανήκε στη φυλή του Λευί. Οι υπόλοιποι άρρενες Λευίτες ήταν βοηθοί τους. Κατά την εγκαινίαση της νέας διαθήκης, ο πνευματικός Ισραήλ έγινε έθνος ιερέων, με Αρχιερέα τον Ιησού Χριστό.​—Εξ 28:​41· Εβρ 9:​24· Απ 5:10.

  • Ιερή στήλη.

    Όρθια στήλη, συνήθως πέτρινη, και προφανώς φαλλικό σύμβολο του Βάαλ ή άλλων ψεύτικων θεών.​—Εξ 23:24.

  • Ιερή υπηρεσία.

    Διακονία ή εργασία η οποία είναι ιερή, καθώς σχετίζεται άμεσα με τη λατρεία του Θεού.​—Ρω 12:1· Απ 7:15.

  • Ιερό μυστικό.

    Πτυχή του σκοπού του Θεού η οποία προέρχεται από τον Θεό, μένει κρυφή για όσο επιθυμεί ο ίδιος και αποκαλύπτεται μόνο σε εκείνους στους οποίους  αυτός επιλέγει να τη γνωστοποιήσει.​—Μαρ 4:​11· Κολ 1:26.

  • Ιερός στύλος.

    Η εβραϊκή λέξη (’ασεράχ) αναφέρεται (1) σε έναν ιερό στύλο που συμβόλιζε την Ασεράχ, μια χαναανιτική θεά της γονιμότητας ή (2) σε ένα ομοίωμα της ίδιας της θεάς Ασεράχ. Προφανώς οι στύλοι ήταν στημένοι σε όρθια θέση και φτιαγμένοι, τουλάχιστον εν μέρει, από ξύλο. Ίσως επρόκειτο για αλάξευτους στύλους ή ακόμη και για δέντρα.​—Δευ 16:​21· Κρ 6:​26· 1Βα 15:13.

  • Ιεχωβά.

    Η κοινή απόδοση του Τετραγράμματου (των τεσσάρων εβραϊκών γραμμάτων που αντιπροσωπεύουν το προσωπικό όνομα του Θεού), η οποία εμφανίζεται 7.000 και πλέον φορές σε αυτή τη μετάφραση.​—Βλέπε Παραρτήματα Α4 και Α5.

  • Ιλλυρικό.

    Ρωμαϊκή επαρχία βορειοδυτικά της Ελλάδας. Ο Παύλος ταξίδεψε ως εκεί στα πλαίσια της διακονίας του, αλλά δεν διευκρινίζεται αν κήρυξε στο Ιλλυρικό ή απλώς έφτασε βόρεια κοντά σε αυτό. (Ρω 15:​19)​—Βλέπε Παράρτημα Β13.

  • Ιν.

    Μέτρο υγρών, καθώς και το δοχείο με το οποίο μετρούσαν το ιν. Ισοδυναμούσε με 3,67 λίτρα, με βάση μια δήλωση του ιστορικού Ιώσηπου, σύμφωνα με την οποία το ιν ήταν ίσο με δύο αθηναϊκούς χόες. (Εξ 29:​40)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Ιουδαίος.

    Επωνυμία των ατόμων από τη φυλή του Ιούδα ύστερα από την πτώση του δεκάφυλου βασιλείου του Ισραήλ. (2Βα 16:6) Μετά τη βαβυλωνιακή εξορία, η επωνυμία αυτή χρησιμοποιήθηκε αναφορικά με Ισραηλίτες διαφόρων φυλών οι οποίοι επέστρεψαν στον Ισραήλ. (Εσδ 4:​12) Μεταγενέστερα, χρησιμοποιούνταν σε όλο τον κόσμο για να ξεχωρίζουν οι Ισραηλίτες από τους Εθνικούς. (Εσθ 3:6) Τον προσδιορισμό αυτό χρησιμοποιεί επίσης μεταφορικά ο απόστολος Παύλος όταν αναπτύσσει το επιχείρημα ότι η εθνικότητα δεν έχει καμιά σημασία στη Χριστιανική εκκλησία.​—Ρω 2:​28, 29· Γα 3:28.

  • Ιούδας.

    Ο τέταρτος γιος του Ιακώβ από τη σύζυγό του τη Λεία. Σύμφωνα με την προφητεία που εξήγγειλε ο Ιακώβ στην επιθανάτια κλίνη του, από την οικογενειακή γραμμή του Ιούδα θα ερχόταν ένας σπουδαίος και αιώνιος κυβερνήτης. Ο Ιησούς, στην ανθρώπινη ύπαρξή του, καταγόταν από τον Ιούδα. Το όνομα Ιούδας αναφέρεται επίσης στη φυλή και αργότερα στο βασίλειο που πήρε το όνομά του. Το νότιο βασίλειο του Ιούδα αποτελούνταν από τις ισραηλιτικές φυλές του Ιούδα και του Βενιαμίν και περιλάμβανε τους ιερείς και τους Λευίτες. Ο Ιούδας κατείχε το νότιο τμήμα της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της Ιερουσαλήμ και του ναού.​—Γε 29:​35· 49:​10· 1Βα 4:​20· Εβρ 7:14.

  • Ισραήλ.

    Το όνομα που έδωσε ο Θεός στον Ιακώβ. Εφαρμοζόταν σε όλους τους απογόνους του συλλογικά, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Οι απόγονοι των 12 γιων του Ιακώβ αποκαλούνταν πολλές φορές γιοι του Ισραήλ, οίκος του Ισραήλ, λαός (άντρες) του Ισραήλ ή Ισραηλίτες. Ισραήλ ονομαζόταν επίσης το δεκάφυλο βόρειο βασίλειο που αποσχίστηκε από το νότιο, ενώ μεταγενέστερα οι χρισμένοι Χριστιανοί ονομάστηκαν “ο Ισραήλ του Θεού”.​—Γα 6:​16· Γε 32:​28· 2Σα 7:​23· Ρω 9:6.

  • Ιωβηλαίο.

    Έτσι ονομαζόταν κάθε πεντηκοστό έτος, αρχής γενομένης από την είσοδο του Ισραήλ στην Υποσχεμένη Γη. Στη διάρκεια του Ιωβηλαίου έτους έπρεπε να αφήνουν τη γη να αναπαύεται, οι δε Εβραίοι δούλοι έπρεπε να ελευθερώνονται. Κάθε κληρονομική ιδιοκτησία γης που είχε πουληθεί επιστρεφόταν. Ολόκληρο το Ιωβηλαίο ήταν κατά μία έννοια έτος γιορτής, έτος ελευθερίας που επανέφερε το έθνος στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν όταν το είχε εδραιώσει ο Θεός.​—Λευ 25:10.

Κ

  • Καβ.

    Μέτρο στερεών που ισοδυναμούσε με 1,22 λίτρα, με βάση τον εκτιμώμενο όγκο του βαθ. (2Βα 6:​25)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Καθαρός.

    Στην Αγία Γραφή, αυτή η λέξη δεν αναφέρεται μόνο στη σωματική καθαριότητα, αλλά και σε μια κατάσταση χωρίς ψεγάδι, κηλίδα ή οτιδήποτε λερώνει, νοθεύει ή διαφθείρει από ηθική ή πνευματική άποψη, την οποία κάποιος διατηρεί ή στην οποία επανέρχεται. Στα πλαίσια του Μωσαϊκού Νόμου, η λέξη αυτή αναφέρεται στην τελετουργική καθαρότητα.​—Λευ 10:​10· Ψλ 51:7· Ματ 8:2· 1Κο 6:11.

  • Καίσαρας.

    Όνομα ρωμαϊκής οικογένειας που έγινε τίτλος των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Στην Αγία Γραφή κατονομάζονται οι  Καίσαρες Αύγουστος, Τιβέριος και Κλαύδιος και, παρότι δεν κατονομάζεται ο Νέρων, ο τίτλος Καίσαρας εφαρμόζεται και σε αυτόν. Επίσης, στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές ο όρος «Καίσαρας» χρησιμοποιείται για να εννοηθεί η πολιτική εξουσία, ή αλλιώς το Κράτος.​—Μαρ 12:​17· Πρ 25:12.

  • Καλάμι.

    Όρος που χρησιμοποιείται για πολλά φυτά τα οποία φύονται συνήθως σε υγρότοπους. Το φυτό που εννοείται σε πολλές περιπτώσεις είναι το είδος αρούνδος ο δόναξ (Arundo donax). (Ιώβ 8:​11· Ησ 42:3· Ματ 27:​29· Απ 11:1)​—Βλέπε ΚΑΛΑΜΙ ΜΕΤΡΗΣΗΣ.

  • Καλάμι μέτρησης.

    Το καλάμι μέτρησης είχε μήκος έξι πήχεις. Συνεπώς, με βάση τον κοινό πήχη, το καλάμι μέτρησης είχε μήκος 2,67 μ., ενώ με βάση τον μεγάλο πήχη, είχε μήκος 3,11 μ. (Ιεζ 40:3, Απ 11:1)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Καλά νέα.

    Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, αυτός ο όρος αναφέρεται στα καλά νέα για τη Βασιλεία του Θεού και για τη σωτηρία μέσω πίστης στον Ιησού Χριστό.​—Λου 4:​18, 43· Πρ 5:​42· Απ 14:6.

  • Καμίνι.

    Κατασκευή για τον καθαρισμό μεταλλευμάτων, την παραγωγή ασβέστη ή την τήξη μετάλλων. Χρησιμοποιούνταν επίσης για το ψήσιμο αγγείων και άλλων κεραμικών. Στους Βιβλικούς χρόνους, τα καμίνια ήταν πλινθόκτιστα ή λιθόκτιστα.​—Γε 15:​17· Δα 3:​17· Απ 9:2.

  • Κασσία.

    Προϊόν του δέντρου κασσία (κιννάμωμο η κασσία [Cinnamomum cassia]), το οποίο ανήκει στην ίδια οικογένεια με το κανελόδεντρο. Η κασσία χρησιμοποιούνταν ως αρωματική ουσία και ως συστατικό για το λάδι του αγίου χρίσματος.​—Εξ 30:​24· Ψλ 45:8· Ιεζ 27:19.

  • Καταριέμαι· Κατάρα.

    Απειλώ ή εξαγγέλλω ότι θα έρθει κακό σε κάποιον ή κάτι. Η κατάρα δεν πρέπει να συγχέεται με τη χυδαιολογία ή με τον βίαιο θυμό. Αποτελεί πολλές φορές επίσημη εξαγγελία ή πρόρρηση κακού η οποία, όταν γίνεται από τον Θεό ή κάποιο εξουσιοδοτημένο άτομο, έχει προφητική αξία και ισχύ.​—Γε 12:3· Αρ 22:​12· Γα 3:10.

  • Κέρας· Κέρατο.

    Τα κέρατα των ζώων χρησιμοποιούνταν ως δοχεία από τα οποία έπιναν, ως δοχεία λαδιού, ως μελανοδοχεία και θήκες καλλυντικών, καθώς επίσης ως όργανα για το παίξιμο μουσικής ή τη μετάδοση παραγγελμάτων. (1Σα 16:1, 13· 1Βα 1:​39· Ιεζ 9:2) Η λέξη «κέρας» χρησιμοποιείται επίσης μεταφορικά για να υποδηλώσει τη δύναμη, την κατάκτηση και τη νίκη.​—Δευ 33:​17· Μιχ 4:​13· Ζαχ 1:19.

  • Κέρατα του θυσιαστηρίου.

    Κερατοειδείς προεξοχές που εκτείνονταν προς τα έξω από τις τέσσερις γωνίες ορισμένων θυσιαστηρίων. (Λευ 8:​15· 1Βα 2:​28)​—Βλέπε Παραρτήματα Β5 και Β8.

  • Κιβωτός της διαθήκης.

    Ονομάζεται επίσης κιβωτός της Μαρτυρίας. Κιβώτιο από ξύλο ακακίας, επικαλυμμένο με χρυσάφι, το οποίο φυλασσόταν στα Άγια των Αγίων της σκηνής της μαρτυρίας και μεταγενέστερα στα Άγια των Αγίων του ναού του Σολομώντα. Είχε κάλυμμα, ή αλλιώς καπάκι, από ατόφιο χρυσάφι με δύο χερουβείμ αντικριστά το ένα από το άλλο. Τα κυριότερα περιεχόμενά του ήταν οι δύο πλάκες με τις Δέκα Εντολές, οι οποίες ονομάζονται επίσης πλάκες της Μαρτυρίας. (Εξ 25:​22· 31:​18· Δευ 31:​26· 1Βα 6:​19· Εβρ 9:4)​—Βλέπε Παραρτήματα Β5 και Β8.

  • Κινητή προσφορά.

    Προσφορά στην οποία ο ιερέας έβαζε προφανώς τα χέρια του κάτω από τα χέρια του λάτρη, ο οποίος κρατούσε την προσκομιζόμενη θυσία, και τα κινούσε πέρα δώθε. Σε άλλες περιπτώσεις ο ίδιος ο ιερέας κινούσε την προσφορά. Αυτή η πράξη συμβόλιζε την παρουσίαση των θυσιαζόμενων πραγμάτων στον Ιεχωβά.​—Λευ 7:30.

  • Κιονόκρανο.

    Η διακοσμητική κορυφή ενός κίονα ή στύλου. Μπροστά στον ναό του Σολομώντα υπήρχαν οι πανομοιότυποι στύλοι Ιαχίν και Βοόζ, οι οποίοι είχαν ογκώδη κιονόκρανα. (1Βα 7:​16)​—Βλέπε Παράρτημα Β8.

  • Κλήρος.

    Βότσαλα ή μικρά κομματάκια από ξύλο ή πέτρα που χρησιμοποιούνταν για τη λήψη αποφάσεων. Τα έβαζαν στις πτυχές ενός ρούχου ή σε ένα σκεύος και τα κουνούσαν. Ο κλήρος που έπεφτε έξω ή ανασυρόταν ήταν αυτός που εκλεγόταν. Το ρίξιμο κλήρου περιλάμβανε συνήθως προσευχή. Η λέξη «κλήρος» χρησιμοποιείται κυριολεκτικά και μεταφορικά με την έννοια της “μερίδας”.​—Ιη 14:2· Ψλ 16:5· Παρ 16:​33· Ματ 27:35.

  •  Κοιλάδα χειμάρρου.

    Η εβραϊκή λέξη που αποδίδεται «κοιλάδα χειμάρρου» μπορεί να υποδηλώνει είτε την κοιλάδα ή την κοίτη ενός χειμάρρου, γνωστή στη Μέση Ανατολή ως ουάντι, είτε τον ίδιο τον χείμαρρο. Μια τέτοια κοιλάδα είναι συνήθως ξερή εκτός από την εποχή των βροχών. Μερικοί χείμαρροι τροφοδοτούνταν από πηγές και έτσι έρρεαν όλο τον χρόνο. Σε ορισμένα συμφραζόμενα η λέξη αυτή αποδίδεται απλώς «κοιλάδα».​—Γε 26:​19· Αρ 34:5· Δευ 8:7· 1Βα 18:5· Ιώβ 6:15.

  • Κορ.

    Μέτρο στερεών και υγρών που ισοδυναμούσε με 220 λίτρα, με βάση τον εκτιμώμενο όγκο του βαθ. (1Βα 5:​11)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Κοράλλι.

    Σκληρή, πετρώδης ουσία που σχηματίζεται από τους σκελετούς μικροσκοπικών θαλάσσιων πλασμάτων. Τα κοράλλια βρίσκονται στους ωκεανούς σε διάφορα χρώματα, όπως το κόκκινο, το λευκό και το μαύρο. Ήταν ιδιαίτερα άφθονα στην Ερυθρά Θάλασσα. Στους Βιβλικούς χρόνους, τα κόκκινα κοράλλια ήταν περιζήτητα, καθώς από αυτά κατασκεύαζαν χάντρες και άλλα κομψοτεχνήματα.​—Παρ 8:11.

  • Κουρτίνα.

    Το κομμάτι ωραίου υφάσματος στο οποίο ήταν κεντημένα χερουβείμ και το οποίο χώριζε τα Άγια από τα Άγια των Αγίων τόσο στη σκηνή της μαρτυρίας όσο και στον ναό. (Εξ 26:​31· 2Χρ 3:​14· Ματ 27:​51· Εβρ 9:3)​—Βλέπε Παράρτημα Β5.

  • Κριτές.

    Άντρες τους οποίους έδινε ο Ιεχωβά για να σώζουν τον λαό του πριν από την περίοδο των ανθρώπινων βασιλιάδων του Ισραήλ.​—Κρ 2:16.

Λ

  • Λαβίδες.

    Χρυσά εργαλεία με τα οποία έσβηναν τη φλόγα των λυχναριών στη σκηνή της μαρτυρίας και στον ναό.​—Εξ 37:23.

  • Λάφυρα.

    Προσωπικά αντικείμενα, οικιακά σκεύη, ζώα ή άλλα πράγματα αξίας τα οποία άρπαζαν οι νικητές λεηλατώντας τους ηττημένους.​—Ιη 7:​21· 22:8· Εβρ 7:4.

  • Λεβιάθαν.

    Ζώο που συσχετίζεται συνήθως με το νερό, προφανώς κάποιου είδους υδρόβιο πλάσμα. Στα εδάφια Ιώβ 3:8 και 41:1, αυτός ο όρος φαίνεται ότι αναφέρεται στον κροκόδειλο ή σε άλλο υδρόβιο πλάσμα μεγάλων διαστάσεων και μεγάλης δύναμης. Στο εδάφιο Ψαλμός 104:​26, μπορεί να εφαρμόζεται σε κάποιο είδος φάλαινας. Αλλού χρησιμοποιείται μεταφορικά και δεν ταυτίζεται με κανένα ζώο.​—Ψλ 74:​14· Ησ 27:1.

  • Λέπρα· Λεπρός.

    Σοβαρή πάθηση του δέρματος. Στις Γραφές, η λέξη «λέπρα» δεν προσδιορίζει μόνο την ασθένεια που είναι γνωστή με αυτή την ονομασία σήμερα, διότι μπορούσε να προσβάλει όχι μόνο ανθρώπους αλλά επίσης ρούχα και σπίτια. Το άτομο που νοσεί με λέπρα λέγεται λεπρός.​—Λευ 14:​54· Λου 5:12.

  • Λεπτό.

    Στην περίοδο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών, το λεπτό ήταν το μικρότερο χάλκινο ή μπρούντζινο ιουδαϊκό νόμισμα. (Μαρ 12:​42, υποσ.· Λου 21:2· υποσ.)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Λευί· Λευίτης.

    Ο τρίτος γιος του Ιακώβ από τη σύζυγό του τη Λεία· επίσης η φυλή που πήρε το όνομά του. Οι τρεις γιοι του Λευί ίδρυσαν τις τρεις κυριότερες υποδιαιρέσεις των Λευιτών. Ενίοτε, ο όρος «Λευίτες» εφαρμόζεται σε ολόκληρη τη φυλή, αλλά συνήθως εξαιρείται η ιερατική οικογένεια του Ααρών. Η φυλή του Λευί δεν έλαβε μερίδιο γης στην Υποσχεμένη Γη, αλλά της δόθηκαν 48 πόλεις μέσα στα όρια της γης που παραχωρήθηκε στις άλλες φυλές.​—Δευ 10:8· 1Χρ 6:1· Εβρ 7:11.

  • Λιβάνι.

    Στερεοποιημένο έκκριμα (κομμεορρητίνη) από δέντρα και θάμνους του γένους Βοσβελλία (Boswellia). Όταν καιγόταν, ανέδιδε ευωδιαστή οσμή. Ήταν συστατικό του αγίου θυμιάματος που χρησιμοποιούνταν στη σκηνή της μαρτυρίας και στον ναό. Επίσης, τοποθετούνταν πάνω στις προσφορές σιτηρών και πάνω σε κάθε σειρά των ψωμιών της πρόθεσης μέσα στα Άγια.​—Εξ 30:​34-36· Λευ 2:1· 24:7· Ματ 2:11.

  • Λίμνη της φωτιάς.

    Συμβολικός τόπος που «καίει με φωτιά και θειάφι», ο οποίος ορίζεται επίσης ως «ο δεύτερος θάνατος». Σε αυτή τη λίμνη ρίχνονται οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, ο Διάβολος, ακόμη δε και ο θάνατος και ο Τάφος (ή αλλιώς ο Άδης). Το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνεται ένα πνευματικό πλάσμα, καθώς επίσης ο θάνατος και ο Άδης​—που δεν επηρεάζονται  από τη φωτιά—​δείχνει ότι αυτή η λίμνη δεν συμβολίζει τα αιώνια βάσανα, αλλά την αιώνια καταστροφή.​—Απ 19:​20· 20:​14, 15· 21:8.

  • Λογ.

    Το μικρότερο μέτρο υγρών που μνημονεύεται στην Αγία Γραφή. Στο ιουδαϊκό Ταλμούδ, περιγράφεται ως το 1/12 του ιν. Βάσει αυτού, το λογ πρέπει να είχε χωρητικότητα 0,31 λίτρα. (Λευ 14:​10)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Λύτρο.

    Αντίτιμο που καταβάλλεται για απελευθέρωση από την αιχμαλωσία, την τιμωρία, την κακοπάθηση, την αμαρτία ή ακόμη και από κάποια υποχρέωση. Δεν ήταν πάντοτε χρηματικό. (Ησ 43:3) Λύτρο απαιτούνταν σε διάφορες καταστάσεις. Παραδείγματος χάρη, όλα τα πρωτότοκα αγόρια ή αρσενικά ζώα στον Ισραήλ ανήκαν στον Ιεχωβά, και έπρεπε να καταβληθεί λύτρο, ή αλλιώς απολυτρωτικό αντίτιμο, προκειμένου να μη χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στην υπηρεσία του Ιεχωβά. (Αρ 3:​45, 46· 18:​15, 16) Αν ένας αφύλακτος, επικίνδυνος ταύρος σκότωνε κάποιον, ο ιδιοκτήτης του έπρεπε να καταβάλει λύτρο ώστε να μην υποστεί ο ίδιος την προβλεπόμενη θανατική ποινή. (Εξ 21:​29, 30) Ωστόσο, για τον εκούσιο δολοφόνο δεν γινόταν δεκτό κανένα λύτρο. (Αρ 35:​31) Η Αγία Γραφή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο λύτρο που κατέβαλε ο Χριστός με τον θυσιαστικό του θάνατο για να απελευθερώσει το υπάκουο ανθρώπινο γένος από την αμαρτία και τον θάνατο.​—Ψλ 49:7, 8· Ματ 20:​28· Εφ 1:7.

  • Λυχνοψάλιδα.

    Χρυσά ή χάλκινα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν στη σκηνή της μαρτυρίας και στον ναό. Ίσως ήταν σαν ψαλίδια με τα οποία ξάκριζαν τα φιτίλια των λυχναριών.​—2Βα 25:14.

Μ

  • Μαγεία και Μαγγανεία.

    Μυστηριώδεις τέχνες και δυνάμεις που θεωρείται ότι χρησιμοποιούνται για την επίτευξη πραγμάτων τα οποία υπερβαίνουν τη σφαίρα του φυσικού και συνδέονται με πνευματιστικές, απόκρυφες δυνάμεις.​—2Χρ 33:6.

  • Μακεδονία.

    Περιοχή της βόρειας Ελλάδας που προσέλαβε εξοχότητα υπό τον Μέγα Αλέξανδρο και παρέμεινε ανεξάρτητη μέχρι την κατάκτησή της από τους Ρωμαίους. Όταν ο απόστολος Παύλος επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Ευρώπη, η Μακεδονία ήταν ρωμαϊκή επαρχία. Ο Παύλος επισκέφτηκε αυτή την περιοχή τρεις φορές. (Πρ 16:9)​—Βλέπε Παράρτημα Β13.

  • Μαλχάμ.

    Πιθανότατα ταυτίζεται με τον Μολόχ, τον κυριότερο θεό των Αμμωνιτών. (Σοφ 1:5)​—Βλέπε ΜΟΛΟΧ.

  • Μάννα.

    Η κύρια τροφή των Ισραηλιτών τα 40 χρόνια που έμειναν στην έρημο. Το μάννα το προμήθευε ο Ιεχωβά. Εμφανιζόταν θαυματουργικά στο έδαφος κάτω από ένα στρώμα δροσιάς κάθε πρωί εκτός του Σαββάτου. Όταν το πρωτοείδαν οι Ισραηλίτες, είπαν: «Τι είναι αυτό;» ή αλλιώς στην εβραϊκή «μαν χου’;» (Εξ 16:​13-15, 35) Σε άλλα συμφραζόμενα, το μάννα αναφέρεται ως «τα σιτηρά του ουρανού» (Ψλ 78:​24), «ψωμί από τον ουρανό» (Ψλ 105:​40) και «το ψωμί των κραταιών» (Ψλ 78:​25). Επίσης, ο Ιησούς αναφέρθηκε στο μάννα με μεταφορική έννοια.​—Ιωα 6:​49, 50.

  • Μάντης.

    Κάποιος που ισχυρίζεται ότι έχει την ικανότητα να προβλέπει μελλοντικά γεγονότα. Η Αγία Γραφή χαρακτηρίζει ως τέτοια άτομα τους μάγους ιερείς, τους πνευματιστές μάντεις, τους αστρολόγους και άλλους.​—Λευ 19:​31· Δευ 18:​11· Πρ 16:16.

  • Μαρτυρία.

    Ο όρος «η Μαρτυρία» αναφέρεται συνήθως στις Δέκα Εντολές οι οποίες γράφτηκαν στις δύο πέτρινες πλάκες που δόθηκαν στον Μωυσή.​—Εξ 31:18.

  • Μασκίλ.

    Εβραϊκός όρος αβέβαιης σημασίας που εμφανίζεται στις επιγραφές 13 ψαλμών. Ίσως σημαίνει «ποίημα περισυλλογής». Ορισμένοι θεωρούν ότι μια παρεμφερής λέξη, που μεταφράζεται “υπηρετώ με φρόνηση”, μπορεί να συνδέεται νοηματικά με αυτόν τον όρο.​—2Χρ 30:​22· Ψλ 32:Επγ.

  • Μάστιγα.

    Στις Εβραϊκές Γραφές, αυτή η λέξη αναφέρεται συνήθως σε πληγή, ασθένεια ή συμφορά την οποία επέφερε ο Ιεχωβά ως τιμωρία.​—Αρ 16:49.

  • Μαστίγωση.

    Ξυλοδαρμός με μαστίγιο το οποίο μπορεί να είχε κόμπους ή αγκαθωτές άκρες.​—Ιωα 19:1.

  • Μαχαλάθ.

    Προφανώς μουσικός όρος, ο οποίος εμφανίζεται στις επιγραφές των Ψαλμών 53 και 88. Ίσως συνδέεται με μια εβραϊκή ρίζα που σημαίνει «εξασθενώ· αρρωσταίνω» και ως εκ τούτου υποδηλώνει μια θλιβερή και μελαγχολική μελωδία,  κάτι που συμφωνεί με το μελαγχολικό περιεχόμενο αυτών των δύο ψαλμών.

  • Μεγάλη θλίψη.

    Η λέξη θλίψις του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου μεταδίδει την έννοια της στενοχώριας ή της κακοπάθησης εξαιτίας πιεστικών συνθηκών. Ο Ιησούς μίλησε για μια άνευ προηγουμένου «μεγάλη θλίψη» που θα ερχόταν πάνω στην Ιερουσαλήμ και ιδιαίτερα για κάποια που θα έπληττε μεταγενέστερα το ανθρώπινο γένος, τότε που εκείνος θα “ερχόταν με δόξα”. (Ματ 24:​21, 29-31) Ο Παύλος περιέγραψε αυτή τη θλίψη ως δίκαιη ενέργεια του Θεού ενάντια σε «εκείνους οι οποίοι δεν γνωρίζουν τον Θεό και σε εκείνους οι οποίοι δεν υπακούν στα καλά νέα» σχετικά με τον Ιησού Χριστό. Το βιβλίο της Αποκάλυψης, στο κεφάλαιο 19, παρουσιάζει τον Ιησού να οδηγεί τα ουράνια στρατεύματα ενάντια “στο θηρίο, στους βασιλιάδες της γης και στα στρατεύματά τους”. (2Θε 1:​6-8· Απ 19:​11-21) Από αυτή τη θλίψη αναφέρεται ότι επιζεί «ένα μεγάλο πλήθος». (Απ 7:9, 14)​—Βλέπε ΑΡΜΑΓΕΔΔΩΝ.

  • Μελχώμ.

    Θεός που λάτρευαν οι Αμμωνίτες. Πιθανότατα ταυτίζεται με τον θεό Μολόχ. (1Βα 11:5, 7) Προς το τέλος της βασιλείας του, ο Σολομών έφτιαξε υψηλούς τόπους για αυτόν τον ψεύτικο θεό.​—Βλέπε ΜΟΛΟΧ.

  • Μέντιουμ.

    Κάποιος που ισχυρίζεται ότι μιλάει με τους νεκρούς.​—Λευ 20:​27· Δευ 18:​10-12· 2Βα 21:6.

  • Μερωδάχ.

    Ο κυριότερος θεός της πόλης της Βαβυλώνας. Όταν ο Βαβυλώνιος βασιλιάς και νομοθέτης Χαμουραμπί έκανε τη Βαβυλώνα πρωτεύουσα της Βαβυλωνίας, το κύρος του Μερωδάχ (ή αλλιώς Μαρντούκ) αυξήθηκε. Τελικά ο Μερωδάχ παραγκώνισε αρκετούς προγενέστερους θεούς και έγινε ο κυριότερος θεός του βαβυλωνιακού πανθέου. Μεταγενέστερα, το όνομα Μερωδάχ (ή αλλιώς Μαρντούκ) αντικαταστάθηκε από τον τίτλο «Βήλος» («ιδιοκτήτης»), με αποτέλεσμα να επικρατήσει για αυτόν η ονομασία Βηλ.​—Ιερ 50:2.

  • Μεσίτης.

    Κάποιος που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο πλευρές για να τις συμφιλιώσει. Στις Γραφές, ο Μωυσής και ο Ιησούς είναι μεσίτες της διαθήκης του Νόμου και της νέας διαθήκης αντίστοιχα.​—Γα 3:​19· 1Τι 2:5.

  • Μεσσίας.

    Όρος που προέρχεται από μια εβραϊκή λέξη η οποία σημαίνει «χρισμένος». Το ελληνικό αντίστοιχο είναι η λέξη Χριστός.​Δα 9:​25· Ιωα 1:41.

  • Μετάνοια.

    Στην Αγία Γραφή, η λέξη αυτή αναφέρεται στην αλλαγή γνώμης η οποία συνοδεύεται από την εγκάρδια λύπη που νιώθει κάποιος για τον προηγούμενο τρόπο ζωής του, για εσφαλμένες ενέργειες ή για πράγματα που δεν έκανε. Η ειλικρινής μετάνοια παράγει καρπό, δηλαδή αλλαγή στην πορεία ενέργειας.​—Ματ 3:8· Πρ 3:​19· 2Πε 3:9.

  • Μήδοι· Μηδία.

    Λαός που καταγόταν από τον Μαδαΐ, γιο του Ιάφεθ. Οι Μήδοι εγκαταστάθηκαν στο ορεινό ιρανικό υψίπεδο που αποτέλεσε τη χώρα της Μηδίας. Συμμάχησαν με τη Βαβυλώνα και νίκησαν την Ασσυρία. Τότε η Περσία ήταν επαρχία υπό τον έλεγχο της Μηδίας, αλλά ο Κύρος εξεγέρθηκε και η Μηδία συγχωνεύτηκε με την Περσία δημιουργώντας τη Μηδοπερσική Αυτοκρατορία η οποία νίκησε τη Νεοβαβυλωνιακή Αυτοκρατορία το 539 Π.Κ.Χ. Κάποιοι Μήδοι ήταν παρόντες στην Ιερουσαλήμ την Πεντηκοστή του 33 Κ.Χ. (Δα 5:​28, 31· Πρ 2:9)​—Βλέπε Παράρτημα Β9.

  • Μικτάμ.

    Εβραϊκή λέξη η οποία εμφανίζεται στις επιγραφές έξι ψαλμών. (Ψλ 16, 56-60). Πρόκειται για τεχνικό όρο αβέβαιης σημασίας, παρότι μπορεί να σχετίζεται με τη λέξη «καταγραφή».

  • Μίλι.

    Μονάδα μέτρησης μήκους που εμφανίζεται μόνο μία φορά στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών, στο εδάφιο Ματθαίος 5:​41, και αναφέρεται πιθανότατα στο ρωμαϊκό μίλι που ισοδυναμούσε με 1.479,5 μ.

  • Μνα.

    Στο βιβλίο του Ιεζεκιήλ ονομάζεται και μανέχ. Μονάδα μέτρησης βάρους και χρηματικής αξίας. Με βάση αρχαιολογικά στοιχεία που δείχνουν ότι η μνα ισοδυναμούσε με 50 σίκλους, και ότι ο σίκλος ζύγιζε 11,4 γρ., η μνα των Εβραϊκών Γραφών ζύγιζε 570 γρ. Ίσως υπήρχε επίσης βασιλική μνα, όπως συνέβαινε και με τον πήχη. Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, η μνα ισοδυναμούσε με 100 δραχμές και ζύγιζε 340 γρ. Εξήντα μνες αντιστοιχούσαν σε ένα τάλαντο. (Εσδ 2:​69· Λου 19:​13)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  •  Μνήμα.

    Τόπος ταφής στον οποίο έβαζαν το λείψανο του νεκρού. Αυτή η λέξη αποτελεί ως επί το πλείστον απόδοση της λέξης μνημεῖον του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου, η οποία προέρχεται από ένα ρήμα που σημαίνει «θυμίζω», υπονοώντας ότι το άτομο που πέθανε θα τύχει ενθύμησης.​—Ιωα 5:​28, 29.

  • Μοιχεία.

    Εθελούσια σεξουαλική επαφή ενός έγγαμου άντρα ή μιας έγγαμης γυναίκας με άτομο που δεν είναι σύζυγός του ή σύζυγός της.​—Εξ 20:​14· Ματ 5:​27· 19:9.

  • Μολόχ.

    Θεός των Αμμωνιτών. Πιθανώς ταυτίζεται με τον Μαλχάμ και τον Μελχώμ. Ίσως πρόκειται για τίτλο και όχι για όνομα συγκεκριμένου θεού. Ο Μωσαϊκός Νόμος προέβλεπε την ποινή του θανάτου για όποιον θυσίαζε τα παιδιά του στον Μολόχ.​—Λευ 20:2· Ιερ 32:​35· Πρ 7:43.

  • Μουθ-λαββέν.

    Όρος που εμφανίζεται στην επιγραφή του Ψαλμού 9. Σύμφωνα με την παράδοση, σήμαινε «σχετικά με τον θάνατο του γιου». Μερικοί ισχυρίζονται ότι επρόκειτο για το όνομα ή ίσως τα εναρκτήρια λόγια μιας γνωστής μελωδίας που επένδυε αυτόν τον ψαλμό.

  • Μυκητίαση των φυτών.

    Οποιαδήποτε από πολλές παρασιτικές ασθένειες τις οποίες προκαλούν στα φυτά οι μύκητες. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η μυκητίαση των φυτών που αναφέρεται στην Αγία Γραφή είναι η μαύρη σκωρίαση του στελέχους (πουκκινία των σιτηρών [Puccinia graminis]).​—1Βα 8:37.

  • Μυλόπετρα.

    Στρογγυλή πέτρα που τοποθετούνταν πάνω σε παρόμοια πέτρα και χρησιμοποιούνταν για την άλεση σιτηρών. Μια ράβδος προσαρμοσμένη στο κέντρο της κάτω πέτρας χρησίμευε ως άξονας περιστροφής για την πάνω πέτρα. Τα περισσότερα σπιτικά των Βιβλικών χρόνων διέθεταν χειρόμυλους τους οποίους χειρίζονταν οι γυναίκες. Εφόσον η οικογένεια βασιζόταν στον χειρόμυλο για το καθημερινό της ψωμί, ο Μωσαϊκός Νόμος απαγόρευε το να πάρει κανείς ως ενέχυρο τον ίδιο τον χειρόμυλο ή την πάνω μυλόπετρα. Υπήρχαν και μεγαλύτεροι μύλοι παρόμοιας κατασκευής τους οποίους γύριζαν ζώα.​—Δευ 24:6· Μαρ 9:42.

  • Μωυσής, Νόμος τού.

    Ο Νόμος που έδωσε ο Ιεχωβά στον Ισραήλ μέσω του Μωυσή στην έρημο του Σινά το 1513 Π.Κ.Χ. Τα πρώτα πέντε βιβλία της Αγίας Γραφής αποκαλούνται συνήθως ο Νόμος.​—Ιη 23:6· Λου 24:44.

Ν

  • Ναζηραίος.

    Όρος που προέρχεται από την εβραϊκή γλώσσα και σημαίνει «ξεχωρισμένος», «αφιερωμένος», «αποχωρισμένος». Υπήρχαν δύο τάξεις ναζηραίων: εκείνοι που προσφέρονταν εθελοντικά και εκείνοι που διορίζονταν από τον Θεό. Άντρες και γυναίκες μπορούσαν να κάνουν ειδική ευχή στον Ιεχωβά προκειμένου να ζήσουν ως ναζηραίοι για κάποια περίοδο χρόνου. Για εκείνους που έκαναν εθελοντικά αυτή την ευχή ίσχυαν τρεις κύριοι περιορισμοί: δεν έπρεπε να πιουν οινοπνευματώδες ποτό ούτε να φάνε οποιοδήποτε προϊόν του κλήματος, δεν έπρεπε να κόψουν τα μαλλιά τους και δεν έπρεπε να αγγίξουν πτώμα. Εκείνοι τους οποίους διόριζε ο Θεός ως ναζηραίους παρέμεναν σε αυτή την κατάσταση όλη τους τη ζωή, τις δε απαιτήσεις που ίσχυαν στην περίπτωσή τους τις καθόριζε ο Ιεχωβά.​—Αρ 6:​2-7· Κρ 13:5.

  • Ναζωραίος.

    Επωνυμία του Ιησού η οποία υποδήλωνε ότι προερχόταν από τη Ναζαρέτ. Πιθανότατα συγγενεύει με την εβραϊκή λέξη του εδαφίου Ησαΐας 11:1 που αποδίδεται «βλαστός». Αργότερα, η ονομασία «Ναζωραίος» εφαρμόστηκε και στους ακολούθους του Ιησού.​—Ματ 2:​23· Πρ 24:5.

  • Ναός.

    Το μόνιμο κτίσμα στην Ιερουσαλήμ που αντικατέστησε τη φορητή σκηνή της μαρτυρίας ως το κέντρο της ισραηλιτικής λατρείας. Ο πρώτος ναός χτίστηκε από τον Σολομώντα και καταστράφηκε από τους Βαβυλωνίους. Ο δεύτερος χτίστηκε από τον Ζοροβάβελ μετά την επιστροφή από τη βαβυλωνιακή εξορία και μεταγενέστερα ανοικοδομήθηκε από τον Ηρώδη τον Μέγα. Στις Γραφές, ο ναός συνήθως αποκαλούνταν απλώς “ο οίκος του Ιεχωβά”. (Εσδ 1:3· 6:​14, 15· 1Χρ 29:1· 2Χρ 2:4· Ματ 24:1)​—Βλέπε Παραρτήματα Β8 και Β11.

  • Νάρδο.

    Ακριβό αρωματικό λάδι κοκκινωπού χρώματος το οποίο προέρχεται από το φυτό της νάρδου (ναρδόσταχυς ο ιαταμάνσειος [Nardostachys jatamansi]). Επειδή  στοίχιζε πολλά χρήματα, συνήθως το αναμείγνυαν με κατώτερα λάδια, και μερικές φορές κυκλοφορούσαν απομιμήσεις του. Ωστόσο, και ο Μάρκος και ο Ιωάννης αναφέρουν ότι στον Ιησού χρησιμοποιήθηκε «γνήσιο νάρδο».​—Μαρ 14:3· Ιωα 12:3.

  • Νέα σελήνη.

    Η πρώτη ημέρα κάθε μήνα του ιουδαϊκού ημερολογίου, την οποία γιόρταζαν με συνάξεις, συμπόσια και προσφορές ειδικών θυσιών. Μεταγενέστερα, αποτέλεσε σημαντική εθνική γιορτή κατά την οποία απείχαν από εργασία.​—Αρ 10:​10· 2Χρ 8:​13· Κολ 2:16.

  • Νεθινίμ.

    Μη Ισραηλίτες υπηρέτες ή διάκονοι του ναού. Ο εβραϊκός όρος σημαίνει κατά κυριολεξία «δοσμένοι», πράγμα που υποδηλώνει ότι είχαν δοθεί για υπηρεσία στον ναό. Ίσως πολλοί Νεθινίμ ήταν απόγονοι των Γαβαωνιτών τους οποίους ο Ιησούς του Ναυή είχε καταστήσει «ξυλοκόπους και νεροκουβαλητές για τη σύναξη και για το θυσιαστήριο του Ιεχωβά».​—Ιη 9:​23, 27· 1Χρ 9:2· Εσδ 8:17.

  • Νεφιλείμ.

    Οι βίαιοι υβριδικοί γιοι που απέκτησαν οι υλοποιημένοι άγγελοι από τις κόρες των ανθρώπων πριν από τον Κατακλυσμό.​—Γε 6:4.

  • Νεχιλώθ.

    Όρος αβέβαιης σημασίας, ο οποίος εμφανίζεται στην επιγραφή του Ψαλμού 5. Μερικοί πιστεύουν ότι αναφέρεται σε κάποιο πνευστό όργανο, καθώς τον συνδέουν με μια εβραϊκή ρίζα που είναι συγγενική της λέξης χαλίλ (αυλός). Ωστόσο, μπορεί να προσδιορίζει μια μελωδία.

  • Νηστεία.

    Αποχή από κάθε τροφή για περιορισμένη περίοδο χρόνου. Οι Ισραηλίτες νήστευαν την Ημέρα της Εξιλέωσης, σε καιρούς στενοχώριας και όταν χρειάζονταν θεϊκή καθοδηγία. Οι Ιουδαίοι καθιέρωσαν τέσσερις ετήσιες νηστείες σε ανάμνηση εθνικών συμφορών. Η νηστεία δεν αποτελεί απαίτηση για τους Χριστιανούς.​—Εσδ 8:​21· Ησ 58:6· Λου 18:12.

  • Νισάν.

    Μετά τη βαβυλωνιακή εξορία, το νέο όνομα του Αβίβ, του πρώτου μήνα στο ιουδαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο και έβδομου μήνα στο πολιτικό ημερολόγιο. Διαρκούσε από τα μέσα Μαρτίου ως τα μέσα Απριλίου. (Νε 2:1)​—Βλέπε Παράρτημα Β15.

  • Νόμος.

    Όταν αυτή η λέξη γράφεται με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα, αναφέρεται είτε στον Μωσαϊκό Νόμο είτε στα πρώτα πέντε βιβλία της Αγίας Γραφής. Όταν γράφεται με μικρό, μπορεί να αναφέρεται σε επιμέρους νόμους του Μωσαϊκού Νόμου ή σε κάποια νομική αρχή.​—Αρ 15:​16· Δευ 4:8· Ματ 7:​12· Γα 3:24.

  • Νομοφύλακες.

    Υπό το κυβερνητικό σύστημα της Βαβυλώνας, οι νομοφύλακες ήταν δημόσιοι λειτουργοί στις διοικητικές περιφέρειες οι οποίοι γνώριζαν τους νόμους και διέθεταν περιορισμένη δικαστική εξουσία.​—Δα 3:2.

Ξ

  • Ξύλινα δεσμά.

    Όργανο τιμωρίας που περιόριζε τις κινήσεις. Μερικά δεσμά ακινητοποιούσαν μόνο τα πόδια του θύματος, ενώ άλλα κρατούσαν όλο το σώμα του στρεβλωμένο, ακινητοποιώντας ίσως τα πόδια, τα χέρια και τον λαιμό του.​—Ιερ 20:2· Πρ 16:24.

  • Ξύλο βασανισμού.

    Όρθιο ξύλο, ή πάσσαλος, στο οποίο κρεμούσαν το θύμα. Μερικά έθνη το χρησιμοποιούσαν, όχι μόνο για να εκθέσουν το νεκρό σώμα για παραδειγματισμό ή δημόσια διαπόμπευση, αλλά και για να εκτελέσουν το θύμα. Οι Ασσύριοι, γνωστοί για την αγριότητά τους στον πόλεμο, κρεμούσαν τους αιχμαλώτους στην κορυφή αιχμηρών πασσάλων διαπερνώντας τους από την κοιλιά μέχρι τον θώρακα. Ωστόσο, ο ιουδαϊκός νόμος όριζε ότι όσοι ήταν ένοχοι για ειδεχθή εγκλήματα, λόγου χάρη για βλασφημία ή ειδωλολατρία, έπρεπε πρώτα να θανατώνονται, είτε με λιθοβολισμό είτε με άλλον τρόπο, και έπειτα να εκτίθενται τα πτώματά τους πάνω σε ξύλα, ή αλλιώς σε δέντρα, για παραδειγματισμό. (Δευ 21:​22, 23· Ιη 8:​29· 2Σα 21:​6, 9) Οι Ρωμαίοι μερικές φορές έδεναν απλώς το θύμα στο ξύλο, οπότε το άτομο μπορεί να ζούσε αρκετές ημέρες μέχρι να υποκύψει από τον πόνο, τη δίψα, την πείνα και την έκθεση στον ήλιο. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως συνέβη κατά την εκτέλεση του Ιησού, κάρφωναν τα χέρια και τα πόδια του κατηγορουμένου στο ξύλο. (Λου 24:​20· Ιωα 19:​14-16· 20:​25· Πρ 2:​23, 36) Για το ξύλο πάνω στο οποίο εκτελέστηκε ο Ιησούς χρησιμοποιούνται  στο πρωτότυπο κείμενο των Ελληνικών Γραφών δύο λέξεις, η λέξη σταυρός και η λέξη ξύλον. Ωστόσο, η λέξη σταυρός δεν αναφέρεται σε δύο κομμάτια ξύλου τοποθετημένα σε ορθή γωνία, όπως ήταν ο σταυρός που χρησιμοποιούσαν ως θρησκευτικό σύμβολο οι ειδωλολάτρες πολλούς αιώνες πριν από τον Χριστό. Στην κλασική αρχαία ελληνική γλώσσα, η λέξη σταυρός σήμαινε απλώς ένα όρθιο ξύλο, έναν πάσσαλο. Η απόδοση «ξύλο του βασανισμού» μεταφέρει πλήρως το νόημά της, δεδομένου ότι η λέξη σταυρός χρησιμοποιείται επίσης για τα βάσανα και την καταισχύνη που θα υφίσταντο οι ακόλουθοι του Ιησού. (Ματ 16:​24· Εβρ 12:2) Όσον αφορά τη λέξη ξύλον (Πρ 5:​30· 10:​39), το Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, των Λίντελ και Σκοτ την ορίζει ως εξής: «Ι. Ξύλον κεκομμένον και έτοιμον προς χρήσιν, ξύλον προς καύσιν, οικοδομήν, κτλ. . . . ΙΙ. τεμάχιον ξύλου . . . 2) ράβδος, ρόπαλον . . . 4) σανίς ή δοκός εις ην οι κακούργοι εδένοντο . . . και εν τη Καιν. Διαθ., ο σταυρός, Πράξ. Αποστ. ε΄, 30, ι΄, 39, . . . πρβλ. Εβδ. (Δευτ. ΚΑ΄, 22) . . . ΙΙΙ. [χρησιμοποιείται] επί δένδρου». (Εκδόσεις «Ι. Σιδέρης», 1921, Τόμ. 3, σ. 258)

Ο

  • Οδός, η.

    Έκφραση που χρησιμοποιείται μεταφορικά στις Γραφές αναφερόμενη σε έναν τρόπο ενέργειας ή διαγωγής ο οποίος είτε επιδοκιμάζεται είτε αποδοκιμάζεται από τον Ιεχωβά. Για εκείνους που είχαν γίνει ακόλουθοι του Ιησού Χριστού λεγόταν ότι ανήκαν στην «Οδό», δηλαδή εφάρμοζαν έναν τρόπο ζωής που επικεντρωνόταν γύρω από την πίστη στον Ιησού Χριστό, ακολουθώντας το παράδειγμά του.​—Πρ 19:9.

  • Ολοκαύτωμα.

    Θυσία ζώου το οποίο καιγόταν στο θυσιαστήριο ως ολοκληρωτική προσφορά στον Θεό. Ο λάτρης δεν κρατούσε κανένα μέρος του ζώου (που μπορεί να ήταν ταύρος, κριάρι, τράγος, τρυγόνι ή νεαρό περιστέρι).​—Εξ 29:​18· Λευ 6:9.

  • Όνυχας.

    Ημιπολύτιμο πετράδι, μια σκληρή ποικιλία του αχάτη ή μια ταινιωτή μορφή χαλκηδόνιου. Ο όνυχας έχει λευκές στοιβάδες που εναλλάσσονται με μαύρες, καφέ, κόκκινες, γκρίζες ή πράσινες. Χρησιμοποιήθηκε στα ειδικά ρούχα του αρχιερέα. (Εξ 28:9, 12· 1Χρ 29:2· Ιώβ 28:​16) Η ίδια λέξη προσδιορίζει επίσης ένα συστατικό του θυμιάματος που προοριζόταν αποκλειστικά για χρήση στο αγιαστήριο.​—Εξ 30:​34-37.

  • Οπαδοί της παράταξης του Ηρώδη.​

    Βλέπε ΗΡΩΔΙΑΝΟΙ.

  • Οργιά.

    Μονάδα μέτρησης μήκους για τον υπολογισμό του βάθους του νερού. Ισοδυναμούσε με 1,8 μ. (Πρ 27:​28)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Όρκος.

    Δήλωση με την οποία κάποιος διαβεβαιώνει ότι κάτι είναι αληθινό ή επίσημη υπόσχεση κάποιου ότι θα κάνει ή δεν θα κάνει κάτι. Συχνά πρόκειται για ευχή που γίνεται σε κάποιον ανώτερο, ιδίως στον Θεό. Ο Ιεχωβά εδραίωσε περαιτέρω τη διαθήκη του με τον Αβραάμ μέσω όρκου.​—Γε 14:​22· Εβρ 6:​16, 17.

  • Οροσειρά του Λιβάνου.

    Η μία από τις δύο οροσειρές που αποτελούν το ορεινό σύστημα της χώρας του Λιβάνου. Η οροσειρά του Λιβάνου βρίσκεται στα δυτικά, ενώ η οροσειρά του Αντιλιβάνου στα ανατολικά. Οι δύο οροσειρές χωρίζονται από μια επιμήκη, εύφορη κοιλάδα. Η οροσειρά του Λιβάνου υψώνεται σχεδόν κατευθείαν από την ακτή της Μεσογείου, και οι κορυφές της έχουν μέσο ύψος 1.800 με 2.100 μ. Στην αρχαιότητα, ο Λίβανος ήταν κατάφυτος με επιβλητικούς κέδρους, οι οποίοι ήταν περιζήτητοι από τα γύρω έθνη. (Δευ 1:7· Ψλ 29:6· 92:​12)​—Βλέπε Παράρτημα Β7.

  • Όσια αγάπη.

    Αυτός ο όρος αποτελεί ως επί το πλείστον απόδοση της εβραϊκής λέξης χάσεδ και αναφέρεται στην αγάπη που υποκινείται από δέσμευση, ακεραιότητα, οσιότητα και βαθιά προσκόλληση. Χρησιμοποιείται συνήθως αναφορικά με την αγάπη του Θεού για τους ανθρώπους, αλλά αναφέρεται και σε αγάπη μεταξύ ανθρώπων.​—Εξ 34:6· Ρθ 3:10.

  • Οσιότητα.

    Στις Γραφές, το ουσιαστικό «οσιότητα» και το επίθετο «όσιος» μεταδίδουν την έννοια της αγιότητας, της δικαιοσύνης, της ευλάβειας και της προσεκτικής εκτέλεσης όλων των καθηκόντων απέναντι στον Θεό. Περιλαμβάνουν επίσης την  ιδέα της αφοσίωσης και της πιστότητας, της βαθιάς προσκόλλησης σε κάτι ωσότου πραγματοποιηθεί ο σκοπός σχετικά με αυτό. (Ψλ 18:​25) Στο εδάφιο Αποκάλυψη 16:5, ο Ιεχωβά αποκαλείται «ο Όσιος» επειδή είναι αφοσιωμένος στη δικαιοσύνη και είναι απόλυτα αξιόπιστος. (Ψλ 145:​17· Απ 15:3, 4) Θέλει να εκδηλώνουν και οι υπηρέτες του οσιότητα, και τους λέει “να ντυθούν τη νέα προσωπικότητα” που έχει διαμορφωθεί «με αληθινή δικαιοσύνη και οσιότητα». (Εφ 4:​24)​—Βλέπε ΟΣΙΑ ΑΓΑΠΗ.

  • Ουρίμ και Θουμμίμ.

    Αντικείμενα τα οποία χρησιμοποιούσε ο αρχιερέας παρόμοια με τον κλήρο για την εξακρίβωση του θεϊκού θελήματος όταν ήταν απαραίτητη μια απάντηση από τον Ιεχωβά σε ζητήματα εθνικής σημασίας. Το Ουρίμ και το Θουμμίμ τοποθετούνταν μέσα στο περιστήθιο του αρχιερέα όταν εκείνος έμπαινε στη σκηνή της μαρτυρίας. Φαίνεται ότι έπαψαν να χρησιμοποιούνται όταν οι Βαβυλώνιοι κατέστρεψαν την Ιερουσαλήμ.​—Εξ 28:​30· Νε 7:65.

Π

  • Παλλακίδα.

    Δευτερεύουσα σύζυγος που ήταν σε πολλές περιπτώσεις δούλη.​—Εξ 21:8· 2Σα 5:​13· 1Βα 11:3.

  • Πανοπλία.

    Η προστατευτική εξάρτυση που έφεραν οι στρατιώτες, δηλαδή η περικεφαλαία, ο φολιδωτός θώρακας, η ζώνη, οι περικνημίδες και η ασπίδα.​—1Σα 31:9· Εφ 6:​13-17.

  • Πάπυρος.

    Καλαμοειδές υδρόβιο φυτό από το οποίο κατασκεύαζαν μεταξύ άλλων καλάθια, δοχεία και πλοιάρια, καθώς και ένα είδος γραφικής ύλης που έμοιαζε με χαρτί και χρησιμοποιήθηκε σε πολλούς ρόλους.​—Εξ 2:3.

  • Παραβαίνω· Παράβαση.

    Παραβιάζω έναν σαφή νόμο· η ενέργεια που συνιστά παραβίαση ενός νόμου. Στην Αγία Γραφή η λέξη «παράβαση» είναι συνώνυμη της λέξης «αμαρτία».​—Ψλ 51:3· Ρω 5:14.

  • Παράδεισος.

    Όμορφο πάρκο ή κήπος όμοιος με πάρκο. Το πρώτο τέτοιο μέρος ήταν η Εδέμ, την οποία έφτιαξε ο Ιεχωβά για το πρώτο ανθρώπινο ζευγάρι. Μιλώντας σε έναν από τους εγκληματίες που ήταν κρεμασμένοι δίπλα του στο ξύλο του βασανισμού, ο Ιησούς υποδήλωσε ότι η γη θα γινόταν παράδεισος. Στο εδάφιο 2 Κορινθίους 12:4, η λέξη αυτή αναφέρεται προφανώς σε έναν μελλοντικό παράδεισο, ενώ στο εδάφιο Αποκάλυψη 2:7 σε ουράνιο παράδεισο.​—Ασμ 4:​13· Λου 23:43.

  • Παρ’ αξίαν καλοσύνη.

    Απόδοση της λέξης χάρις του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου, η οποία μεταφέρει ως κεντρική ιδέα αυτό που είναι ευάρεστο και ελκυστικό. Η λέξη χάρις προσδιορίζει πολλές φορές μια δωρεά που προσφέρεται με καλοσύνη ή τον καλοσυνάτο τρόπο με τον οποίο γίνεται μια προσφορά. Όταν αναφέρεται στην παρ’ αξίαν καλοσύνη του Θεού, περιγράφει μια δωρεά την οποία προσφέρει απλόχερα ο Θεός χωρίς να περιμένει ανταπόδοση. Επομένως, αποτελεί εκδήλωση της γενναιοδωρίας και της άφθονης αγάπης και καλοσύνης Του προς τους ανθρώπους. Η λέξη χάρις αποδίδεται επίσης με τις λέξεις «εύνοια» και «δωρεά». Η παρ’ αξίαν καλοσύνη εκδηλώνεται σε κάποιον, ο οποίος δεν έκανε τίποτα για να την αξίζει, αποκλειστικά και μόνο χάρη στη γενναιοδωρία του δότη.​—2Κο 6:1· Εφ 1:7.

  • Παροιμία.

    Σοφό ρητό ή σύντομη ιστορία που μεταδίδει κάποιο δίδαγμα ή εκφράζει μια βαθιά αλήθεια με πολύ λίγες λέξεις. Κάποιες φορές, οι Βιβλικές παροιμίες έχουν τη μορφή γρίφου ή αινίγματος. Η παροιμία διατυπώνει μια αλήθεια με γλαφυρή γλώσσα, συνήθως μεταφορικά. Κάποια ρητά χρησιμοποιούνταν ως κοινές εκφράσεις χλευασμού ή περιφρόνησης για ορισμένους ανθρώπους.​—Εκ 12:9· 2Πε 2:22.

  • Παρουσία.

    Σε ορισμένα συμφραζόμενα των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών, αυτή η λέξη περιγράφει τη βασιλική παρουσία του Ιησού Χριστού από τον καιρό της αόρατης ενθρόνισής του ως Μεσσιανικού Βασιλιά και εφεξής κατά τις τελευταίες ημέρες αυτού του συστήματος πραγμάτων. Η παρουσία του Χριστού δεν είναι απλώς έλευση η οποία ακολουθείται από γρήγορη αναχώρηση. Απεναντίας, καλύπτει μια προσδιορισμένη περίοδο χρόνου.​—Ματ 24:3.

  • Πάσχα.

    Ετήσια γιορτή που τηρούνταν τη δέκατη τέταρτη ημέρα του Αβίβ (ο οποίος αργότερα ονομάστηκε Νισάν) σε ανάμνηση της απελευθέρωσης των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο. Για τον εορτασμό έπρεπε να σφάξουν και να ψήσουν ένα αρνί (ή κατσίκι), το οποίο στη συνέχεια έτρωγαν με πικρά χόρτα και άζυμο ψωμί.​—Εξ 12:​27· Ιωα 6:4· 1Κο 5:7.

  •  Πατητήρι.

    Το πατητήρι αποτελούνταν συνήθως από δύο κοιλώματα (λεκάνες), λαξευμένα σε φυσικό ασβεστόλιθο, το ένα από τα οποία βρισκόταν ψηλότερα από το άλλο και συνδεόταν με αυτό μέσω ενός μικρού αγωγού. Καθώς τα σταφύλια συνθλίβονταν στο πάνω κοίλωμα, ο χυμός έρρεε στο χαμηλότερο. Πατητήρια χρησιμοποιούνταν επίσης για την εξαγωγή ελαιόλαδου. Η λέξη «πατητήρι» χρησιμοποιείται μεταφορικά για την κρίση του Θεού.​—Ησ 5:2· Απ 19:15.

  • Πένθος.

    Εξωτερίκευση της λύπης για θάνατο ή άλλη συμφορά. Στους Βιβλικούς χρόνους το πένθος διαρκούσε εθιμοτυπικά για κάποια περίοδο. Οι πενθούντες έκλαιγαν γοερά, φορούσαν ιδιαίτερα ρούχα, έβαζαν στάχτη στο κεφάλι τους, έσκιζαν τα ρούχα τους και χτυπούσαν το στήθος τους. Στις κηδείες καλούνταν ενίοτε επαγγελματίες θρηνωδοί.​—Γε 23:2· Εσθ 4:3· Απ 21:4.

  • Πεντηκοστή.

    Η δεύτερη από τις τρεις μεγάλες γιορτές τις οποίες απαιτούνταν να τηρούν όλοι οι άρρενες Ιουδαίοι στην Ιερουσαλήμ. Πεντηκοστή (δηλαδή «πεντηκοστή ημέρα») είναι η ονομασία που χρησιμοποιείται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές για τη Γιορτή του Θερισμού ή Γιορτή των Εβδομάδων, όπως αυτή αποκαλείται στις Εβραϊκές Γραφές. Λάβαινε χώρα την πεντηκοστή ημέρα υπολογίζοντας από τις 16 Νισάν.​—Εξ 23:​16· 34:​22· Πρ 2:1.

  • Περγαμηνή.

    Δέρμα προβάτου, κατσικιού ή μοσχαριού που υφίστατο κατεργασία ώστε να χρησιμοποιηθεί ως γραφική ύλη. Η περγαμηνή ήταν πιο ανθεκτική από τον πάπυρο και χρησιμοποιήθηκε για ρόλους της Αγίας Γραφής. Οι περγαμηνές που ζήτησε ο Παύλος να του φέρει ο Τιμόθεος μπορεί να ήταν τμήματα των Εβραϊκών Γραφών. Μερικοί από τους Ρόλους της Νεκράς Θαλάσσης ήταν γραμμένοι σε περγαμηνή.​—2Τι 4:13.

  • Περιστήθιο.

    Ο θύλακας που ήταν κεντητός με πετράδια, τον οποίο φορούσε ο αρχιερέας του Ισραήλ πάνω από την καρδιά του όποτε έμπαινε στα Άγια. Ονομαζόταν «το περιστήθιο της κρίσης» επειδή περιείχε το Ουρίμ και το Θουμμίμ, μέσω των οποίων αποκαλύπτονταν οι κρίσεις του Ιεχωβά. (Εξ 28:​15-30)​—Βλέπε Παράρτημα Β5.

  • Περιτομή.

    Η αφαίρεση της ακροβυστίας από το αντρικό γεννητικό όργανο. Η περιτομή καταστάθηκε υποχρεωτική για τον Αβραάμ και τους απογόνους του, αλλά δεν αποτελεί απαίτηση για τους Χριστιανούς. Επίσης, χρησιμοποιείται μεταφορικά σε διάφορα συμφραζόμενα.​—Γε 17:​10· 1Κο 7:​19· Φλπ 3:3.

  • Περσία· Πέρσες.

    Χώρα και λαός που αναφέρονται συχνά μαζί με τους Μήδους και προφανώς συγγένευαν μαζί τους. Κατά την αρχική περίοδο της ιστορίας τους, οι Πέρσες κατείχαν μόνο το νοτιοδυτικό τμήμα του ιρανικού υψιπέδου. Υπό τον Κύρο τον Μέγα (του οποίου ο πατέρας, σύμφωνα με αρχαίους ιστορικούς, ήταν από την Περσία και η μητέρα από τη Μηδία), κυριάρχησαν επί των Μήδων, παρότι η αυτοκρατορία εξακολούθησε να είναι δυαδική. Ο Κύρος κατέκτησε τη Βαβυλωνιακή Αυτοκρατορία το 539 Π.Κ.Χ. και επέτρεψε στους αιχμάλωτους Ιουδαίους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Η Περσική Αυτοκρατορία εκτεινόταν από τον Ινδό Ποταμό στα ανατολικά μέχρι το Αιγαίο Πέλαγος στα δυτικά. Οι Ιουδαίοι παρέμειναν υπό περσική κυριαρχία μέχρις ότου ο Μέγας Αλέξανδρος νίκησε τους Πέρσες το 331 Π.Κ.Χ. Η εμφάνιση της Περσικής Αυτοκρατορίας, για την οποία κάνουν λόγο τα Γραφικά βιβλία του Έσδρα, του Νεεμία και της Εσθήρ, είχε προβλεφθεί από τον Δανιήλ μέσω οράματος. (Εσδ 1:1· Δα 5:​28)​—Βλέπε Παράρτημα Β9.

  • Πήχης.

    Μονάδα μέτρησης μήκους που αντιστοιχούσε χοντρικά στην απόσταση από τον αγκώνα μέχρι την άκρη του μεσαίου δαχτύλου. Οι Ισραηλίτες χρησιμοποιούσαν κατά κανόνα τον πήχη που αντιστοιχεί περίπου στα 44,5 εκ., αλλά και έναν μεγαλύτερο πήχη ο οποίος ήταν μακρύτερος κατά μία παλάμη, δηλαδή περίπου 51,8 εκ. (Γε 6:​15· Λου 12:​25)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Πνεύμα.

    Η εβραϊκή λέξη ρούαχ και η λέξη πνεῦμα του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου έχουν διάφορες σημασίες. Όλες αναφέρονται σε κάτι αόρατο στα ανθρώπινα μάτια το οποίο αποτελεί δύναμη εν κινήσει. Η εβραϊκή και η ελληνική λέξη χρησιμοποιούνται αναφορικά με (1) τον άνεμο, (2) την ενεργό δύναμη της ζωής στα  επίγεια πλάσματα, (3) την υποκινούσα δύναμη που πηγάζει από τη συμβολική καρδιά κάποιου και τον ωθεί να μιλάει και να ενεργεί με ορισμένο τρόπο, (4) διάφορες εμπνευσμένες εκφράσεις που προέρχονται από αόρατη πηγή, (5) διάφορα πνευματικά πρόσωπα και (6) την ενεργό δύναμη του Θεού, ή αλλιώς το άγιο πνεύμα.​—Εξ 35:​21· Ψλ 104:​29· Ματ 12:​43· Λου 11:13.

  • Πνευματισμός.

    Η πεποίθηση ότι τα πνεύματα των νεκρών εξακολουθούν να ζουν μετά τον θάνατο του υλικού σώματος και μπορούν να επικοινωνούν με τους ζωντανούς, ιδίως μέσω ενός ατόμου (μέντιουμ) που είναι ιδιαίτερα επιδεκτικό στην επιρροή τους. Η λέξη του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου που αποδίδεται «πνευματισμός» είναι φαρμακία. Αυτός ο όρος συνδέθηκε με τον πνευματισμό επειδή στην αρχαιότητα χρησιμοποιούσαν ναρκωτικά όταν επικαλούνταν τους δαίμονες προκειμένου να ασκήσουν μαγεία.​—Γα 5:​20· Απ 21:8.

  • Πόλεις καταφυγίου.

    Λευιτικές πόλεις όπου ο ακούσιος ανθρωποκτόνος μπορούσε να ζητήσει άσυλο για να μην πέσει στα χέρια του εκδικητή του αίματος. Υπό την κατεύθυνση του Ιεχωβά, ο Μωυσής και αργότερα ο Ιησούς του Ναυή όρισαν έξι τέτοιες πόλεις, οι οποίες ήταν διάσπαρτες σε όλη την Υποσχεμένη Γη. Όταν ο φυγάς έφτανε στην πόλη του καταφυγίου, εξέθετε την υπόθεσή του στους πρεσβυτέρους, στην πύλη της πόλης, οπότε και του προσφερόταν φιλοξενία. Προκειμένου να μην προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν κάποιοι εκούσιοι ανθρωποκτόνοι αυτή την ειδική μέριμνα, το άτομο που ζητούσε άσυλο έπρεπε να δικαστεί στην πόλη όπου είχε λάβει χώρα το έγκλημα ώστε να αποδείξει την αθωότητά του. Αν αθωωνόταν, επέστρεφε στην πόλη του καταφυγίου και έπρεπε να παραμείνει μέσα στα όριά της για το υπόλοιπο της ζωής του ή μέχρι τον θάνατο του αρχιερέα.​—Αρ 35:6, 11-15, 22-29· Ιη 20:​2-8.

  • Πόλη του Δαβίδ.

    Το όνομα που δόθηκε στην πόλη Ιεβούς όταν την κατέλαβε ο Δαβίδ και έχτισε εκεί τη βασιλική του κατοικία. Ονομάζεται και Σιών. Αποτελεί το νοτιοανατολικό και παλαιότερο τμήμα της Ιερουσαλήμ.​—2Σα 5:7· 1Χρ 11:4, 5.

  • Πονηρία.

    Στην Αγία Γραφή, η λέξη «πονηρία» αναφέρεται σε οτιδήποτε δεν συμμορφώνεται με τα κριτήρια ηθικής αρτιότητας που έχει καθορίσει ο Θεός.​—Γε 6:5· Δευ 9:4· 1Θε 5:22.

  • Πονηρός.

    Κακός, φαύλος από ηθική άποψη. Ειδικότερα, η έκφραση «ο πονηρός» αποτελεί επονομασία του Σατανά του Διαβόλου, ο οποίος εναντιώνεται στον Θεό και στους δίκαιους κανόνες του.​—Ματ 6:​13· 1Ιω 5:19.

  • Πορνεία.​

    Βλέπε ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΑΝΗΘΙΚΟΤΗΤΑ.

  • Πόρνη.

    Γυναίκα που επιδίδεται σε σεξουαλικές σχέσεις εκτός του γαμήλιου δεσμού, ιδίως για χρήματα. (Η λέξη πόρνη του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου προέρχεται από το ρήμα πέρνημι, που σημαίνει «πουλώ».) Στην Αγία Γραφή όμως γίνεται λόγος και για άντρες που εκπορνεύονταν. Ο Μωσαϊκός Νόμος καταδίκαζε την πορνεία, και η αμοιβή πόρνης δεν γινόταν δεκτή ως συνεισφορά στο αγιαστήριο του Ιεχωβά, αντίθετα με τους ειδωλολάτρες οι οποίοι είχαν τη συνήθεια να χρησιμοποιούν ιερόδουλους ναών​—γυναίκες και άντρες—​ως πηγή εισοδήματος. (Δευ 23:​17, 18· 1Βα 14:​24) Στην Αγία Γραφή η λέξη «πόρνη» χρησιμοποιείται και μεταφορικά σχετικά με ανθρώπους, έθνη ή οργανώσεις που ασκούν κάποια μορφή ειδωλολατρίας ενώ ισχυρίζονται ότι λατρεύουν τον Θεό. Παραδείγματος χάρη, η θρησκευτική οντότητα που αποκαλείται «Βαβυλώνα η Μεγάλη» περιγράφεται στην Αποκάλυψη ως πόρνη επειδή συμπλέει με τους άρχοντες αυτού του κόσμου με αντάλλαγμα τη δύναμη και το υλικό κέρδος.​—Απ 17:​1-5· 18:3· 1Χρ 5:25.

  • Πουρίμ.

    Η ετήσια γιορτή που τηρείται στις 14 και 15 του μήνα Αδάρ σε ανάμνηση της διάσωσης των Ιουδαίων την εποχή της βασίλισσας Εσθήρ. Η λέξη πουρίμ, που δεν είναι εβραϊκή, σημαίνει «κλήροι». Η Γιορτή των Πουρίμ, ή αλλιώς Γιορτή των Κλήρων, πήρε το όνομά της από την ενέργεια του Αμάν ο οποίος έριξε Πουρ (κλήρο) για να προσδιορίσει την ημέρα κατά την οποία θα έθετε σε εφαρμογή την πλεκτάνη του για την εξόντωση των Ιουδαίων.​—Εσθ 3:7· 9:26.

  •  Πραιτωριανή Φρουρά.

    Σώμα Ρωμαίων στρατιωτών που ιδρύθηκε ως σωματοφυλακή του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Κατέληξε να αποτελεί ισχυρή πολιτική δύναμη όσον αφορά την υποστήριξη ή την ανατροπή του αυτοκράτορα.​—Φλπ 1:13.

  • Πρεσβύτερος.

    Άντρας ώριμης ηλικίας. Ωστόσο, στην Αγία Γραφή αυτή η λέξη δηλώνει κάποιον που κατέχει θέση εξουσίας και ευθύνης σε μια κοινότητα ή ένα έθνος. Στο βιβλίο της Αποκάλυψης, χρησιμοποιείται επίσης για κάποια ουράνια πλάσματα. Η λέξη πρεσβύτερος του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου αναφέρεται σε όσους έχουν την ευθύνη να ηγούνται στην εκκλησία.​—Εξ 4:​29· Παρ 31:​23· 1Τι 5:​17· Απ 4:4.

  • Προετοιμασία.

    Η ονομασία της προηγουμένης του Σαββάτου, κατά την οποία οι Ιουδαίοι έκαναν τις απαραίτητες προετοιμασίες. Η Προετοιμασία τελείωνε με τη δύση του ήλιου την ημέρα που ονομάζεται σήμερα Παρασκευή, οπότε και άρχιζε το Σάββατο. Η εβραϊκή ημέρα άρχιζε το βράδυ και τελείωνε το βράδυ της επομένης.​—Μαρ 15:​42· Λου 23:54.

  • Προζύμι.

    Ουσία που προστίθεται στο ζυμάρι για να προκαλέσει ζύμωση· ιδιαίτερα ένα κομμάτι όξινου φυράματος που διατηρείται από το προηγούμενο ζυμάρι. Στην Αγία Γραφή το προζύμι συμβολίζει πολλές φορές την αμαρτία και τη φθορά. Επίσης, χρησιμοποιείται για να δηλώσει κρυμμένη και εκτεταμένη ανάπτυξη.​—Εξ 12:​20· Ματ 13:​33· Γα 5:9.

  • Προσήλυτος.

    Στις Γραφές, ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για τα άτομα που μεταστρέφονταν στον Ιουδαϊσμό. Οι άρρενες προσήλυτοι έπρεπε να περιτμηθούν.​—Ματ 23:​15· Πρ 13:43.

  • Προσφορά για αμαρτία.

    Θυσία που προσφερόταν για ακούσια αμαρτία που είχε διαπραχθεί λόγω αδυναμίας της ατελούς σάρκας. Ανάλογα με τη θέση και τις περιστάσεις του ατόμου για την αμαρτία του οποίου γινόταν εξιλέωση, προσφέρονταν ως θυσία διάφορα ζώα, από ταύρο μέχρι περιστέρι.​—Λευ 4:​27, 29· Εβρ 10:8.

  • Προσφορά για ενοχή.

    Θυσία για προσωπικές αμαρτίες. Διέφερε ελαφρώς από άλλες προσφορές για αμαρτία κατά το ότι γινόταν για να ικανοποιηθούν ή να αποκατασταθούν κάποια δικαιώματα που όριζε η διαθήκη, τα οποία ο μετανοημένος παραβάτης είχε χάσει εξαιτίας μιας αμαρτίας, καθώς επίσης για να ανακουφίσει τον παραβάτη από την τιμωρία.​—Λευ 7:​37· 19:​22· Ησ 53:10.

  • Προσφορά για ευχή.

    Εθελοντική προσφορά που συνόδευε ορισμένες ευχές.​—Λευ 23:​38· 1Σα 1:21.

  • Προφητεία.

    Θεόπνευστο άγγελμα το οποίο αποτελούσε είτε αποκάλυψη του θεϊκού θελήματος είτε εξαγγελία του. Προφητεία μπορεί να ονομάζεται μια θεόπνευστη ηθική διδασκαλία, μια έκφραση θεϊκής προσταγής ή κρίσης ή μια διακήρυξη ενός μελλοντικού γεγονότος.​—Ιεζ 37:9, 10· Δα 9:​24· Ματ 13:​14· 2Πε 1:​20, 21.

  • Προφήτης.

    Άτομο μέσω του οποίου γνωστοποιούνται οι σκοποί του Θεού. Οι προφήτες υπηρετούσαν ως εκπρόσωποι του Θεού και δεν μετέδιδαν μόνο προρρήσεις, αλλά και διδασκαλίες, προσταγές και κρίσεις του Ιεχωβά.​—Αμ 3:7· 2Πε 1:21.

  • Πρωθιερέας.

    Στις Εβραϊκές Γραφές, η λέξη «πρωθιερέας» αποτελεί εναλλακτική απόδοση του όρου «αρχιερέας». Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, η λέξη «πρωθιερείς» υποδήλωνε προφανώς τους επιφανείς άντρες του ιερατείου, στους οποίους μπορεί να συγκαταλέγονταν αρχιερείς που είχαν καθαιρεθεί, καθώς και οι επικεφαλής των 24 ιερατικών υποδιαιρέσεων.​—2Χρ 26:​20· Εσδ 7:5· Ματ 2:4· Μαρ 8:31.

  • Πρωινό άστρο.​

    Βλέπε ΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ.

  • Πρώτιστος Παράγοντας.

    Η αντίστοιχη λέξη ἀρχηγός του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου σημαίνει βασικά «πρώτιστος ηγέτης». Αναφέρεται στον ουσιώδη ρόλο που διαδραμάτισε ο Ιησούς Χριστός προκειμένου να ελευθερώσει τους πιστούς ανθρώπους από τις θανατηφόρες συνέπειες της αμαρτίας και να τους οδηγήσει στην αιώνια ζωή.​—Πρ 3:​15· 5:​31· Εβρ 2:​10· 12:2.

  • Πρώτοι καρποί.

    Οι απαρχές της συγκομιδής. Ο Ιεχωβά απαιτούσε από το έθνος του Ισραήλ να του προσφέρει τους πρώτους καρπούς​—είτε επρόκειτο για τα πρωτότοκα  ανθρώπων και ζώων είτε για τους πρώτους καρπούς από την παραγωγή της γης. Ως έθνος, οι Ισραηλίτες πρόσφεραν πρώτους καρπούς στον Θεό κατά τη Γιορτή των Άζυμων Άρτων και την Πεντηκοστή. Ο όρος «πρώτοι καρποί» χρησιμοποιήθηκε επίσης μεταφορικά για τον Χριστό και τους χρισμένους ακολούθους του.​—1Κο 15:​23· Αρ 15:​21· Παρ 3:9· Απ 14:4.

  • Πρωτότοκος.

    Κατά κύριο λόγο, ο μεγαλύτερος γιος ενός πατέρα (όχι της μητέρας). Στους Βιβλικούς χρόνους, ο πρωτότοκος γιος κατείχε τιμημένη θέση στην οικογένεια και γινόταν κεφαλή του σπιτικού όταν πέθαινε ο πατέρας. Πρωτότοκο επίσης αποκαλείται το πρώτο αρσενικό γέννημα των ζώων.​—Εξ 11:5· 13:​12· Γε 25:​33· Κολ 1:15.

  • Πυροδοχεία.

    Χρυσά, ασημένια ή χάλκινα σκεύη που χρησιμοποιούσαν στη σκηνή της μαρτυρίας και στον ναό για να καίνε θυμίαμα και για να βγάζουν τα κάρβουνα από το θυσιαστήριο, όπως και τα καμένα φιτίλια από τον χρυσό λυχνοστάτη. Ονομάζονταν και θυμιατήρια.​—Εξ 37:​23· 2Χρ 26:​19· Εβρ 9:4.

Ρ

  • Ραάβ.

    Όρος που χρησιμοποιείται συμβολικά στα βιβλία του Ιώβ, των Ψαλμών και του Ησαΐα (δεν πρέπει να συγχέεται με τη Ραάβ από το βιβλίο του Ιησού του Ναυή). Στο βιβλίο του Ιώβ, τα συμφραζόμενα υποδεικνύουν ότι πρόκειται για θαλάσσιο τέρας, το οποίο σε άλλα συμφραζόμενα χρησιμοποιείται ως σύμβολο της Αιγύπτου.​—Ιώβ 9:​13· Ψλ 87:4· Ησ 30:7· 51:9, 10.

  • Ρόδι.

    Στολίδια σε σχήμα ροδιού κοσμούσαν την άκρη του μπλε αμάνικου πανωφοριού του αρχιερέα, καθώς και τα κιονόκρανα των στύλων Ιαχίν και Βοόζ στην πρόσοψη του ναού.​—Εξ 28:​34· Αρ 13:​23· 1Βα 7:18.

  • Ρόλος.

    Μακρύ φύλλο περγαμηνής ή παπύρου, γραμμένο από τη μία πλευρά, το οποίο συνήθως τύλιγαν γύρω από ένα ραβδί. Τα Βιβλικά κείμενα γράφονταν και αντιγράφονταν σε ρόλους, τη συνήθη μορφή βιβλίου την περίοδο κατά την οποία γράφτηκε η Αγία Γραφή.​—Ιερ 36:4, 18, 23· Λου 4:​17-20· 2Τι 4:13.

Σ

  • Σάββατο.

    Από μια εβραϊκή λέξη που σημαίνει «αναπαύομαι· παύω». Το Σάββατο ήταν η έβδομη ημέρα της ιουδαϊκής εβδομάδας (από τη δύση του ήλιου την Παρασκευή ως τη δύση του ήλιου το Σάββατο). Σάββατα ονομάζονταν και άλλες εορταστικές ημέρες στη διάρκεια του έτους, καθώς επίσης το έβδομο και το πεντηκοστό έτος. Το Σάββατο δεν έπρεπε να γίνεται καμιά εργασία εκτός από την ιερατική υπηρεσία στο αγιαστήριο. Στη διάρκεια των σαββατιαίων ετών, η γη έπρεπε να μένει ακαλλιέργητη και οι Εβραίοι δεν έπρεπε να πιέζουν τους ομοεθνείς τους να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Οι περιορισμοί που έθετε ο Μωσαϊκός Νόμος σχετικά με το Σάββατο ήταν λογικοί, αλλά σταδιακά οι θρησκευτικοί ηγέτες πρόσθεταν και άλλους, έτσι ώστε την εποχή του Ιησού ο λαός δυσκολευόταν να τους τηρήσει.​—Εξ 20:8· Λευ 25:4· Λου 13:​14-16· Κολ 2:16.

  • Σαδδουκαίοι.

    Εξέχουσα θρησκευτική αίρεση του Ιουδαϊσμού. Αποτελούνταν από πλούσιους αριστοκράτες και ιερείς οι οποίοι ασκούσαν μεγάλη επιρροή όσον αφορά το τι λάβαινε χώρα στον ναό. Οι Σαδδουκαίοι απέρριπταν τις πολλές προφορικές παραδόσεις των Φαρισαίων, καθώς και άλλες δοξασίες τους. Δεν πίστευαν στην ανάσταση ή στην ύπαρξη αγγέλων και εναντιώνονταν στον Ιησού.​—Ματ 16:1· Πρ 23:8.

  • Σάκος.

    Χοντρό ύφασμα από το οποίο έφτιαχναν σακίδια και σακιά, όπως αυτά στα οποία έβαζαν σιτηρά. Το ύφαιναν συνήθως χρησιμοποιώντας σκούρες τρίχες κατσικιού και ήταν το παραδοσιακό ρούχο πένθους.​—Γε 37:​34· Λου 10:13.

  • Σάλπιγγα.

    Πνευστό, μεταλλικό όργανο, με το οποίο μετέδιδαν συνθήματα και έπαιζαν μουσική. Σύμφωνα με το εδάφιο Αριθμοί 10:2, ο Ιεχωβά διέταξε να φτιαχτούν δύο ασημένιες σάλπιγγες ώστε να μεταδίδονται συγκεκριμένα συνθήματα για σύγκληση της σύναξης, για μετακίνηση του στρατοπέδου ή για κήρυξη πολέμου. Οι σάλπιγγες αυτές ήταν κατά πάσα πιθανότητα ευθείες, αντίθετα από τα καμπυλωτά «κέρατα» που ήταν κατασκευασμένα από κέρατα ζώων. Σάλπιγγες απροσδιόριστης κατασκευής περιλαμβάνονταν επίσης στα  μουσικά όργανα του ναού. Πολλές φορές η εξαγγελία των κρίσεων του Ιεχωβά ή άλλα σημαντικά γεγονότα θεϊκής προέλευσης συνοδεύονται συμβολικά από σαλπίσματα.​—2Χρ 29:​26· Εσδ 3:​10· 1Κο 15:​52· Απ 8:​7–11:15.

  • Σαμάρεια.

    Η πρωτεύουσα του βόρειου δεκάφυλου βασιλείου του Ισραήλ επί περίπου 200 χρόνια, καθώς επίσης η ονομασία ολόκληρης της επικράτειάς του. Η πόλη ήταν χτισμένη στο ομώνυμο βουνό. Την εποχή του Ιησού, Σαμάρεια ονομαζόταν η ρωμαϊκή περιφέρεια που βρισκόταν ανάμεσα στη Γαλιλαία στον βορρά και στην Ιουδαία στον νότο. Ο Ιησούς συνήθως απέφευγε να κηρύττει σε αυτή την περιοχή κατά τις περιοδείες του, αλλά μερικές φορές περνούσε μέσα από τη Σαμάρεια και μιλούσε στους κατοίκους. Ο Πέτρος χρησιμοποίησε το δεύτερο συμβολικό κλειδί της Βασιλείας όταν οι Σαμαρείτες έλαβαν το άγιο πνεύμα. (1Βα 16:​24· Ιωα 4:7· Πρ 8:​14)​—Βλέπε Παράρτημα Β10.

  • Σαμαρείτες.

    Ο χαρακτηρισμός αυτός προσδιόριζε αρχικά τους Ισραηλίτες του βόρειου δεκάφυλου βασιλείου, αλλά μετά την κατάκτηση της Σαμάρειας από τους Ασσυρίους το 740 Π.Κ.Χ., περιλάμβανε και τους ξένους που είχαν εγκαταστήσει εκεί οι Ασσύριοι. Την εποχή του Ιησού, η επονομασία «Σαμαρείτες» δεν είχε φυλετική ή πολιτική χροιά, αλλά προσδιόριζε συνήθως όσους ανήκαν στη θρησκευτική αίρεση που δρούσε στα περίχωρα της αρχαίας Συχέμ και της Σαμάρειας. Οι οπαδοί της διακρατούσαν ορισμένες δοξασίες πολύ διαφορετικές από τις δοξασίες του Ιουδαϊσμού.​—Ιωα 8:48.

  • Σάνχεδριν.

    Το ιουδαϊκό ανώτατο δικαστήριο στην Ιερουσαλήμ. Την εποχή του Ιησού απαρτιζόταν από 71 μέλη, μεταξύ των οποίων ήταν ο αρχιερέας και άλλοι που είχαν διατελέσει αρχιερείς, άτομα από τις οικογένειες των αρχιερέων, πρεσβύτεροι, κεφαλές φυλών και οικογενειών, καθώς και γραμματείς.​—Μαρ 15:1· Πρ 5:​34· 23:1, 6.

  • Σατανάς.

    Εβραϊκή λέξη που σημαίνει «ανθιστάμενος». Στις πρωτότυπες γλώσσες, όταν χρησιμοποιείται με το οριστικό άρθρο, αναφέρεται στον Σατανά τον Διάβολο, τον πρώτιστο Αντίδικο του Θεού.​—Ιώβ 1:6· Ματ 4:​10· Απ 12:9.

  • Σατράπης.

    Αντιβασιλιάς, ή αλλιώς κυβερνήτης επαρχίας, στις αυτοκρατορίες της Βαβυλώνας και της Περσίας. Ο σατράπης διοριζόταν από τον βασιλιά ως ανώτατος άρχοντας.​—Εσδ 8:​36· Δα 6:1.

  • Σεάχ.

    Μέτρο στερεών. Με βάση τη χωρητικότητα του αντίστοιχου μέτρου υγρών, δηλαδή του βαθ, πρέπει να ισοδυναμούσε με 7,33 λίτρα. (2Βα 7:1)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Σεβάτ.

    Μετά τη βαβυλωνιακή εξορία, το όνομα του ενδέκατου μήνα στο ιουδαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο και πέμπτου μήνα στο πολιτικό ημερολόγιο. Διαρκούσε από τα μέσα Ιανουαρίου ως τα μέσα Φεβρουαρίου. (Ζαχ 1:7)​—Βλέπε Παράρτημα Β15.

  • Σέλαχ.

    Τεχνικός όρος της μουσικής ή της απαγγελίας που εμφανίζεται στους Ψαλμούς και στο βιβλίο του Αββακούμ. Ίσως σημαίνει παύση της υμνωδίας ή της μουσικής, ή και των δύο, για σιωπηλό στοχασμό ή για να αναδειχτεί το συναίσθημα που μόλις είχε περιγραφεί. Στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα αποδίδεται διάψαλμα, λέξη που αντιστοιχεί στον όρο «μουσικό ιντερλούδιο».​—Ψλ 3:4· Αββ 3:3.

  • Σεμινίθ.

    Μουσικός όρος που σημαίνει κατά κυριολεξία «το όγδοο» και μπορεί να αναφέρεται σε χαμηλότερη έκταση μουσικών φθόγγων, ή αλλιώς χαμηλότερο τρόπο εκτέλεσης. Όσον αφορά τα μουσικά όργανα, η λέξη αυτή πιθανότατα υποδήλωνε τα όργανα με τα οποία έπαιζαν τους χαμηλούς τόνους της μουσικής κλίμακας. Όσον αφορά τους ύμνους, πιθανώς σήμαινε ότι έπρεπε να συνοδεύονται από μουσική σε χαμηλότερη έκταση φθόγγων και να ψάλλονται ανάλογα.​—1Χρ 15:​21· Ψλ 6:Επγ· 12:Επγ.

  • Σεξουαλική ανηθικότητα.

    Απόδοση της λέξης πορνεία του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου, ενός γενικού όρου που εφαρμόζεται σε όλες τις αθέμιτες σεξουαλικές σχέσεις. Περιλαμβάνει τη μοιχεία, τον αγοραίο έρωτα, τις σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ άγαμων ατόμων, την ομοφυλοφιλία και την κτηνοβασία. Στην Αποκάλυψη χρησιμοποιείται μεταφορικά σχετικά με μια θρησκευτική πόρνη που ονομάζεται «Βαβυλώνα η Μεγάλη» για να περιγράψει το ότι συμπλέει με τους άρχοντες  αυτού του κόσμου με αντάλλαγμα τη δύναμη και το υλικό κέρδος. (Απ 14:8· 17:2· 18:3· Ματ 5:​32· Πρ 15:​29· Γα 5:​19)​—Βλέπε ΠΟΡΝΗ.

  • Σεραφείμ.

    Πνευματικά πλάσματα που στέκονται γύρω από τον θρόνο του Ιεχωβά στους ουρανούς. Ο εβραϊκός όρος σεραφίμ σημαίνει κατά κυριολεξία «αυτοί που καίνε».​—Ησ 6:2, 6.

  • Σημείο.

    Αντικείμενο, ενέργεια, κατάσταση ή ασυνήθιστο θέαμα που έχει σημασία λόγω του ότι υποδηλώνει κάτι άλλο, παρόν ή μελλοντικό.​—Γε 9:​12, 13· 2Βα 20:9· Ματ 24:3· Απ 1:1.

  • Σιβάν.

    Μετά τη βαβυλωνιακή εξορία, το όνομα του τρίτου μήνα στο ιουδαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο και ένατου μήνα στο πολιτικό ημερολόγιο. Διαρκούσε από τα μέσα Μαΐου ως τα μέσα Ιουνίου. (Εσθ 8:9)​—Βλέπε Παράρτημα Β15.

  • Σιεόλ.

    Εβραϊκή λέξη που αντιστοιχεί στην ελληνική λέξη «Άδης». Μεταφράζεται «Τάφος» (με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα) για να είναι σαφές ότι αναφέρεται στον κοινό τάφο του ανθρωπίνου γένους και όχι σε μεμονωμένο τάφο.​—Γε 37:​35· Ψλ 16:​10· Πρ 2:​31 (υποσημειώσεις).

  • Σίκλος.

    Η βασική εβραϊκή μονάδα μέτρησης βάρους και χρηματικής αξίας. Το βάρος του ισοδυναμούσε με 11,4 γρ. Η έκφραση “ο σίκλος του αγίου τόπου” μπορεί να χρησιμοποιούνταν για να τονίσει ότι το βάρος έπρεπε να είναι ακριβές ή να συμφωνεί με μια σταθερή μονάδα μέτρησης βάρους η οποία φυλασσόταν στη σκηνή της μαρτυρίας. Ίσως υπήρχε και βασιλικός σίκλος (διαφορετικός από τον κοινό σίκλο) ή ίσως υπήρχε μια σταθερή μονάδα μέτρησης βάρους που φυλασσόταν στο βασιλικό ανάκτορο.​—Εξ 30:13.

  • Σινά.

    Βουνό στην Αραβία (Γα 4:​25), το οποίο αποκαλείται προφανώς και Χωρήβ. Η ακριβής θέση του δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα. Κοντά στο όρος Σινά, ο άγγελος του Ιεχωβά εμφανίστηκε στον Μωυσή μέσα στην καιόμενη βάτο και του ανέθεσε να οδηγήσει τους υποδουλωμένους Ισραηλίτες έξω από την Αίγυπτο. (Εξ 3:​1-10· Πρ 7:​30) Πιθανότατα περίπου έναν χρόνο αργότερα, το απελευθερωμένο έθνος έφτασε στο όρος Σινά. (Εξ 19:2) Εκεί, ο Μωυσής έλαβε τις πέτρινες πλάκες με τις Δέκα Εντολές. (Εξ 32:​15, 16) Η ονομασία «Σινά» προσδιορίζει επίσης την έρημο που ήταν παρακείμενη στο ομώνυμο βουνό. (Λευ 7:38)​—Βλέπε Παράρτημα Β3.

  • Σιών· Όρος Σιών.

    Η μεταγενέστερη ονομασία της Ιεβούς, της οχυρωμένης πόλης των Ιεβουσαίων που βρισκόταν στον νοτιοανατολικό λόφο της Ιερουσαλήμ. Όταν ο Δαβίδ την κατέλαβε, έχτισε εκεί τη βασιλική του κατοικία, και ο τόπος ονομάστηκε «η Πόλη του Δαβίδ». (2Σα 5:​7, 9) Η Σιών έγινε ιδιαίτερα άγιο βουνό για τον Ιεχωβά όταν ο Δαβίδ διευθέτησε να μεταφερθεί εκεί η Κιβωτός. Μεταγενέστερα, η ονομασία «Σιών» συμπεριέλαβε την περιοχή του ναού στο όρος Μοριά και μερικές φορές εφαρμοζόταν σε ολόκληρη την πόλη της Ιερουσαλήμ. Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές χρησιμοποιείται συνήθως συμβολικά.​—Ψλ 2:6· 1Πε 2:6· Απ 14:1.

  • Σκηνή της μαρτυρίας.

    Φορητή σκηνή για λατρεία που χρησιμοποιήθηκε από τον Ισραήλ μετά την Έξοδο από την Αίγυπτο. Στέγαζε την κιβωτό της διαθήκης του Ιεχωβά, η οποία συμβόλιζε την παρουσία του Θεού, και εκεί προσφέρονταν θυσίες και λατρεία. Ενίοτε αποκαλείται και “η σκηνή της συνάντησης”. Ήταν ένας σκελετός από ξύλινα πλαίσια που περιβαλλόταν από λινά καλύμματα κεντημένα με χερουβείμ. Χωριζόταν σε δύο δωμάτια​—τα Άγια και τα Άγια των Αγίων. (Ιη 18:1· Εξ 25:9)​—Βλέπε Παράρτημα Β5.

  • Σκηνή της συνάντησης.

    Έκφραση που εφαρμόζεται τόσο στη σκηνή του Μωυσή όσο και στην ιερή σκηνή της μαρτυρίας η οποία ανεγέρθηκε αρχικά στην έρημο.​—Εξ 33:7· 39:32.

  • Σκήπτρο.

    Ράβδος την οποία φέρει ένας άρχοντας ως σύμβολο βασιλικής εξουσίας.​—Γε 49:​10· Εβρ 1:8.

  • Σμύρνα.

    Αρωματική κομμεορρητίνη που λαμβάνεται από διάφορους αγκαθωτούς θάμνους ή μικρά δέντρα του γένους Κομμιφόρος (Commiphora). Η σμύρνα ήταν ένα από τα συστατικά που χρησιμοποιούνταν για το λάδι του αγίου χρίσματος. Αρωμάτιζαν με αυτήν ρούχα ή κρεβάτια και την πρόσθεταν στο λάδι που χρησιμοποιούσαν για μαλάξεις, καθώς και σε λοσιόν σώματος. Η σμύρνα χρησιμοποιούνταν επίσης στην προετοιμασία των  σωμάτων για την ταφή.​—Εξ 30:​23· Παρ 7:​17· Ιωα 19:39.

  • Σπιθαμή.

    Μονάδα μέτρησης μήκους που αντιστοιχεί περίπου στην απόσταση από την άκρη του αντίχειρα ως την άκρη του μικρού δαχτύλου όταν η παλάμη είναι ανοιγμένη. Με βάση τον πήχη των 44,5 εκ., το μήκος της σπιθαμής πρέπει να ήταν 22,2 εκ. (Εξ 28:​16· 1Σα 17:4)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Σπονδή.

    Προσφορά κρασιού την οποία έχυναν πάνω στο θυσιαστήριο και η οποία συνόδευε τις περισσότερες προσφορές. Ο Παύλος χρησιμοποίησε μεταφορικά τη σπονδή για να εκφράσει την προθυμία του να δαπανηθεί για χάρη των συγχριστιανών του.​—Αρ 15:5, Φλπ 2:17.

  • Σταυρός.​

    Βλέπε ΞΥΛΟ ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΥ.

  • Σταχυολογώ.

    Στην Αγία Γραφή, διάφορες εκφράσεις όπως «σταχυολογώ», «μαζεύω τα απομεινάρια» και «μαζεύω τα αποτρυγήματα» περιγράφουν τη συλλογή κάποιου μέρους της σοδειάς, το οποίο άφηναν πίσω τους σκόπιμα ή τυχαία τα άτομα που τη συγκέντρωναν. Ο Μωσαϊκός Νόμος πρόσταζε τον λαό να μη θερίζουν εντελώς τις άκρες των αγρών τους και να μη μαζεύουν όλες τις ελιές ή όλα τα σταφύλια. Ο φτωχός, ο ταλαιπωρημένος, ο ξένος κάτοικος, το παιδί που δεν είχε πατέρα και η χήρα είχαν το θεόδοτο δικαίωμα να μαζεύουν ό,τι απέμενε από τη συγκομιδή.​—Ρθ 2:7.

  • Στήλη.

    Μεγάλη, επιμήκης πλάκα, τοποθετημένη όρθια ως μνημείο ή κάτι που έχει σχήμα στήλης. Μερικές στήλες ανεγείρονταν σε ανάμνηση ιστορικών πράξεων ή γεγονότων. Οι ειδωλολατρικοί λαοί έστηναν ιερές στήλες στα πλαίσια της ψεύτικης θρησκείας τους, και μερικές φορές οι Ισραηλίτες υιοθετούσαν αυτή τη συνήθεια.​—1Βα 14:23.

  • Στημόνι.

    Το σύνολο των νημάτων που διατρέχουν το μήκος του υφάσματος. Οι σειρές των νημάτων που υφαίνονται εναλλάξ πάνω και κάτω από αυτό εγκάρσια και κατά φάρδος του υφάσματος αποτελούν το υφάδι.​—Κρ 16:13.

  • Στοά του Σολομώντα.

    Στεγασμένη δίοδος στα ανατολικά της εξωτερικής αυλής στον ναό των ημερών του Ιησού. Ο λαός πίστευε ότι είχε απομείνει από τον ναό του Σολομώντα. Εκεί περπάτησε ο Ιησούς κάποιον “χειμώνα” και εκεί συγκεντρώνονταν για λατρεία οι πρώτοι Χριστιανοί. (Ιωα 10:22, 23· Πρ 5:​12)​—Βλέπε Παράρτημα Β11.

  • Στύλος.

    Επίμηκες δομικό υποστήριγμα, κολόνα ή κάτι που μοιάζει ή μπορεί να παραβληθεί με ένα τέτοιο υποστήριγμα. Δομικοί στύλοι χρησιμοποιήθηκαν στον ναό και στα βασιλικά κτίρια που έχτισε ο Σολομών. (Κρ 16:​29· 1Βα 7:​21)​—Βλέπε ΚΙΟΝΟΚΡΑΝΟ.

  • Στωικοί φιλόσοφοι.

    Σχολή αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων οι οποίοι πίστευαν ότι για να είναι κανείς ευτυχισμένος πρέπει να ζει σύμφωνα με τη λογική και τη φύση. Ο πραγματικά σοφός άνθρωπος, κατά την εκτίμησή τους, είναι απαθής στον πόνο ή στην ηδονή.​—Πρ 17:18.

  • Συναγωγή.

    Λέξη που σημαίνει «συγκέντρωση· σύναξη». Ωστόσο, στα περισσότερα εδάφια αναφέρεται στο κτίριο ή στον χώρο όπου συνάγονταν οι Ιουδαίοι για ανάγνωση των Γραφών, διδασκαλία, κήρυγμα και προσευχή. Την εποχή του Ιησού, κάθε μεγάλη κωμόπολη στον Ισραήλ είχε συναγωγή, ενώ οι μεγαλύτερες πόλεις είχαν περισσότερες από μία.​—Λου 4:​16· Πρ 13:​14, 15.

  • Σύναξη.

    Συγκέντρωση ανθρώπων σε προκαθορισμένο τόπο και χρόνο. Στις Εβραϊκές Γραφές, αυτή η λέξη δηλώνει συνήθως συγκεντρώσεις του λαού Ισραήλ στη διάρκεια θρησκευτικών γιορτών ή στη διάρκεια γεγονότων μεγάλης εθνικής σημασίας.​—Δευ 16:8· 1Βα 8:5.

  • Συρία· Σύριοι.​

    Βλέπε ΑΡΑΜ· ΑΡΑΜΑΙΟΙ.

  • Σύρτη.

    Δύο μεγάλοι ρηχοί κόλποι στα παράλια της Λιβύης, στη βόρεια Αφρική. Οι αρχαίοι ναυτικοί τούς φοβούνταν γιατί υπήρχαν ύπουλοι αμμώδεις ύφαλοι, οι οποίοι μετακινούνταν συνέχεια από τις παλίρροιες. (Πρ 27:​17)​—Βλέπε Παράρτημα Β13.

  • Σύστημα πραγμάτων.

    Απόδοση της λέξης αἰών του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου όταν αυτή αναφέρεται στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων ή στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου ή εποχής. Όταν η  Αγία Γραφή μιλάει για «το παρόν σύστημα πραγμάτων», εννοεί την επικρατούσα κατάσταση πραγμάτων στον κόσμο γενικά, καθώς και τον κοσμικό τρόπο ζωής. (2Τι 4:​10) Μέσω της διαθήκης του Νόμου, ο Θεός εισήγαγε ένα σύστημα πραγμάτων, το οποίο θα μπορούσε να ονομαστεί ισραηλιτική ή ιουδαϊκή εποχή. Μέσω της λυτρωτικής του θυσίας, ο Ιησούς Χριστός χρησιμοποιήθηκε από τον Θεό για να εισαγάγει ένα διαφορετικό σύστημα πραγμάτων, ένα σύστημα που περιλαμβάνει πρωταρχικά την εκκλησία των χρισμένων Χριστιανών. Έτσι άρχισε μια νέα εποχή, η οποία χαρακτηριζόταν από τις πραγματικότητες που προσκίαζε η διαθήκη του Νόμου. Όταν η έκφραση «σύστημα πραγμάτων» είναι στον πληθυντικό, αναφέρεται στα διάφορα συστήματα πραγμάτων, δηλαδή τις επικρατούσες καταστάσεις πραγμάτων, που έχουν υπάρξει ή πρόκειται να υπάρξουν. Σε ορισμένα συμφραζόμενα, μπορεί να αναφέρεται στο σύνολο των δημιουργημάτων που περιλαμβάνουν τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα και την ίδια τη γη.​—Ματ 24:3· Μαρ 4:​19· Ρω 12:2· 1Κο 10:​11· Εβρ 1:2· 11:3.

  • Σφεντόνα.

    Ιμάντας από δέρμα ή λωρίδα πλεγμένη από τένοντες ζώων, βούρλα ή τρίχες. Το φαρδύτερο τμήμα της στο κέντρο συγκρατούσε το βλήμα, το οποίο ήταν συνήθως πέτρα. Το ένα άκρο της σφεντόνας το είχαν δεμένο στο χέρι ή στον καρπό, ενώ το άλλο το κρατούσαν στο χέρι και το ελευθέρωναν καθώς περιέστρεφαν τη σφεντόνα. Τα αρχαία έθνη περιλάμβαναν σφενδονιστές στα στρατεύματά τους.​—Κρ 20:​16· 1Σα 17:50.

  • Σφραγίδα.

    Αντικείμενο που δημιουργούσε αποτύπωμα (συνήθως σε πηλό ή κερί) το οποίο μαρτυρούσε κυριότητα, γνησιότητα ή συμφωνία. Οι αρχαίες σφραγίδες ήταν ένα κομμάτι σκληρού υλικού (πέτρα, ελεφαντόδοντο ή ξύλο) στο οποίο είχαν χαραχτεί γράμματα ή σχέδια με αντίστροφη φορά. Η σφραγίδα χρησιμοποιείται μεταφορικά για κάτι αποδεδειγμένα γνήσιο, ως σημάδι ιδιοκτησίας και για κάτι κρυμμένο ή μυστικό.​—Εξ 28:​11· Νε 9:​38· Απ 5:1· 9:4.

  • Σφραγιδοφόρο δαχτυλίδι.

    Είδος σφραγίδας την οποία φορούσαν στο δάχτυλο ή έδεναν σε κορδόνι και πιθανότατα κρεμούσαν στον λαιμό. Αποτελούσε σύμβολο της εξουσίας ενός άρχοντα ή ενός αξιωματούχου. (Γε 41:​42)​—Βλέπε ΣΦΡΑΓΙΔΑ.

Τ

  • Τάλαντο.

    Η μεγαλύτερη από τις εβραϊκές μονάδες μέτρησης βάρους και χρηματικής αξίας. Ζύγιζε 34,2 κιλά. Το ελληνικό τάλαντο ήταν μικρότερο και ζύγιζε περίπου 20,4 κιλά. (1Χρ 22:​14· Ματ 18:​24)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Ταμμούζ.

    (1) Το όνομα ενός θεού για τον οποίο έκλαιγαν οι αποστάτιδες Εβραίες στην Ιερουσαλήμ. Σύμφωνα με μια άποψη, ο Ταμμούζ ήταν αρχικά βασιλιάς ο οποίος θεοποιήθηκε μετά τον θάνατό του. Στα σουμεριακά κείμενα αποκαλείται Ντουμούζι και προσδιορίζεται ως ο σύζυγος ή ο εραστής της Ινανά, θεάς της γονιμότητας (της βαβυλωνιακής Ιστάρ). (Ιεζ 8:​14) (2) Μετά τη βαβυλωνιακή εξορία, το όνομα του τέταρτου σεληνιακού μήνα στο ιουδαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο και δέκατου στο πολιτικό ημερολόγιο. Αυτός ο μήνας διαρκούσε από τα μέσα Ιουνίου ως τα μέσα Ιουλίου.​—Βλέπε Παράρτημα Β15.

  • Τάρταρος.

    Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, ο όρος «Τάρταρος» προσδιορίζει μια κατάσταση υποβιβασμού, όμοια με φυλακή, στην οποία ρίχτηκαν οι ανυπάκουοι άγγελοι στις ημέρες του Νώε. Το γεγονός ότι στο πρωτότυπο κείμενο του εδαφίου 2 Πέτρου 2:4 χρησιμοποιείται το ρήμα ταρταρόω (“ρίχνω στον Τάρταρο”) δεν σημαίνει ότι “οι άγγελοι που αμάρτησαν” ρίχτηκαν στον ειδωλολατρικό μυθολογικό Τάρταρο (δηλαδή σε μια υπόγεια φυλακή, έναν σκοτεινό τόπο για τους κατώτερους θεούς). Αυτό υποδεικνύει ότι ο Θεός τούς υποβίβασε από τη θέση και τα προνόμια που είχαν στον ουρανό, παραδίδοντάς τους σε μια κατάσταση βαθύτατου πνευματικού σκοταδιού όσον αφορά τους λαμπρούς σκοπούς Του. Εξίσου σκοτεινή θα είναι και η κατάληξή τους εφόσον, σύμφωνα με τις Γραφές, θα καταστραφούν για πάντα μαζί με τον άρχοντά τους, τον Σατανά τον Διάβολο. Επομένως, ο όρος «Τάρταρος» δείχνει ότι αυτοί οι στασιαστικοί άγγελοι βρίσκονται στην πλέον χαμηλή κατάσταση υποβιβασμού. Δεν είναι συνώνυμος με την «άβυσσο» των εδαφίων Αποκάλυψη 20:​1-3.

  •  Τάφος.

    Όταν η λέξη γράφεται με μικρό το πρώτο γράμμα, αναφέρεται σε κάποιον μεμονωμένο τάφο. Όταν γράφεται με κεφαλαίο, αναφέρεται στον κοινό τάφο του ανθρωπίνου γένους, το αντίστοιχο της εβραϊκής λέξης «Σιεόλ» και της ελληνικής λέξης «Άδης». Στην Αγία Γραφή, περιγράφεται ως συμβολικός τόπος ή κατάσταση όπου παύει κάθε δραστηριότητα και συνειδητότητα.​—Γε 47:​30· Εκ 9:​10· Πρ 2:31.

  • Τεβέθ.

    Μετά τη βαβυλωνιακή εξορία, το όνομα του δέκατου μήνα στο ιουδαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο και τέταρτου μήνα στο πολιτικό ημερολόγιο. Διαρκούσε από τα μέσα Δεκεμβρίου ως τα μέσα Ιανουαρίου. Γενικά αναφέρεται απλώς ως “ο δέκατος μήνας”. (Εσθ 2:​16)​—Βλέπε Παράρτημα Β15.

  • Τελευταίες ημέρες.

    Αυτή η έκφραση, καθώς και παρόμοιες όπως το «τελικό διάστημα των ημερών», χρησιμοποιείται στις Βιβλικές προφητείες για να προσδιορίσει έναν καιρό κατά τον οποίο θα κορυφώνονταν κάποια ιστορικά γεγονότα. (Ιεζ 38:​16· Δα 10:​14· Πρ 2:​17) Ανάλογα με τη φύση της προφητείας, αυτή η περίοδος μπορεί να καλύπτει είτε λίγα μόνο χρόνια είτε πολλά. Πρωτίστως η Αγία Γραφή χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο σχετικά με τις «τελευταίες ημέρες» του παρόντος συστήματος πραγμάτων, στη διάρκεια της αόρατης παρουσίας του Ιησού.​—2Τι 3:1· Ιακ 5:3· 2Πε 3:3.

  • Τέλη.

    Προσωπικός φόρος που επιβαλλόταν σε άτομα.​—Νε 5:4· Ρω 13:7.

  • Τελική περίοδος του συστήματος πραγμάτων.

    Η χρονική περίοδος που προηγείται του τέλους του συστήματος πραγμάτων, ή αλλιώς της κατάστασης πραγμάτων, που κυριαρχείται από τον Σατανά. Αυτή η περίοδος συμπίπτει με την παρουσία του Χριστού. Υπό την κατεύθυνση του Ιησού, οι άγγελοι «θα ξεχωρίσουν τους πονηρούς ανάμεσα από τους δικαίους» και θα τους καταστρέψουν. (Ματ 13:​40-42, 49) Οι μαθητές του Ιησού ενδιαφέρονταν να μάθουν πότε θα ερχόταν αυτή η “τελική περίοδος”. (Ματ 24:3) Προτού ο Ιησούς επιστρέψει στον ουρανό, υποσχέθηκε στους ακολούθους του ότι θα ήταν μαζί τους μέχρι εκείνον τον καιρό.​—Ματ 28:20.

  • Τισρί.​

    Βλέπε ΕΘΑΝΙΜ και Παράρτημα Β15.

  • Τουρμπάνι.

    Ύφασμα που τυλίγεται γύρω από το κεφάλι ως κάλυμμα του κεφαλιού. Ο αρχιερέας φορούσε ένα τουρμπάνι από εκλεκτό λινό, στο μπροστινό μέρος του οποίου ήταν στερεωμένη με μπλε κορδόνι μια χρυσή πλάκα. Ο βασιλιάς φορούσε τουρμπάνι κάτω από το στέμμα του. Ο Ιώβ χρησιμοποίησε αυτή τη λέξη μεταφορικά όταν παρομοίασε τη δικαιοσύνη του με τουρμπάνι.​—Εξ 28:​36, 37· Ιώβ 29:​14· Ιεζ 21:26.

Υ

  • Ύμνος των Αναβάσεων.

    Η επιγραφή των Ψαλμών 120-134. Μολονότι υπάρχουν διάφορες απόψεις για τη σημασία αυτής της ονομασίας, πολλοί πιστεύουν ότι οι συγκεκριμένοι 15 ψαλμοί ψάλλονταν από τους Ισραηλίτες πιστούς που “ανέβαιναν” χαρούμενοι στην Ιερουσαλήμ, ψηλά στα βουνά του Ιούδα, για να παρευρεθούν στις τρεις μεγάλες ετήσιες γιορτές εκεί.

  • Ύπαρχος.

    Αξιωματούχος της βαβυλωνιακής κυβέρνησης, κατώτερος από τον σατράπη. Στην Αγία Γραφή, οι ύπαρχοι κατείχαν ανώτερη θέση από τους σοφούς της βαβυλωνιακής αυλής. Αναφέρεται ότι υπήρχαν και όταν ήταν βασιλιάς ο Δαρείος ο Μήδος.​—Δα 2:​48· 6:7.

  • Ύσσωπος.

    Φυτό με λεπτά κλαδιά και φύλλα, με το οποίο τίναζαν αίμα ή νερό σε τελετουργίες καθαρισμού. Πιθανώς ήταν η σαμψυχιά (ορίγανον το μάρον· ορίγανον το συριακόν [Origanum maru· Origanum syriacum]). Ο “ύσσωπος” του εδαφίου Ιωάννης 19:​29 ίσως ήταν σαμψυχιά δεμένη σε κλαδί ή ίσως ήταν η δούρρα, δηλαδή μια ποικιλία του κοινού σόργου (Sorghum vulgare), εφόσον το στέλεχος αυτού του φυτού θα μπορούσε να είναι αρκετά μακρύ ώστε να μεταφέρει το σφουγγάρι με το ξινό κρασί στο στόμα του Ιησού.​—Εξ 12:​22· Ψλ 51:7.

  • Υφάδι.

    Το σύνολο των νημάτων που διατρέχουν το φάρδος του υφάσματος. Τα νήματα αυτά υφαίνονταν εναλλάξ πάνω και κάτω από το στημόνι, δηλαδή από το σύνολο των νημάτων που διατρέχουν το μήκος του υφάσματος.​—Λευ 13:​59, υποσ.

  •  Υψηλός τόπος.

    Τόπος λατρείας συνήθως πάνω σε λόφο, σε βουνό ή σε τεχνητό επίπεδο χώρο. Μολονότι οι υψηλοί τόποι χρησιμοποιούνταν ενίοτε για τη λατρεία του Θεού, ως επί το πλείστον συνδέονται με τη λατρεία ψεύτικων θεών.​—Αρ 33:​52· 1Βα 3:2· Ιερ 19:5.

  • Ύψωμα.

    Το «Ύψωμα» ήταν ένα γεωγραφικό γνώρισμα ή χαρακτηριστικό οικοδόμημα της Πόλης του Δαβίδ. Ίσως επρόκειτο για βαθμιδωτούς τοίχους στήριξης ή για κάποιο άλλο μέσο στήριξης.​—2Σα 5:9· 1Βα 11:27.

Φ

  • Φαραώ.

    Τίτλος των βασιλιάδων της Αιγύπτου. Στην Αγία Γραφή κατονομάζονται πέντε Φαραώ (ο Σισάκ, ο Σω, ο Τιρχάκα, ο Νεχαώ και ο Χοφρά), ενώ οι άλλοι παραμένουν ανώνυμοι, μεταξύ αυτών και εκείνοι που είχαν εκτεταμένες δοσοληψίες με τον Αβραάμ, τον Μωυσή και τον Ιωσήφ.​—Εξ 15:4· Ρω 9:17.

  • Φαρισαίοι.

    Εξέχουσα θρησκευτική αίρεση του Ιουδαϊσμού τον πρώτο αιώνα Κ.Χ. Δεν είχαν ιερατική καταγωγή, αλλά τηρούσαν αυστηρά τον Νόμο στην παραμικρή του λεπτομέρεια και θεωρούσαν ότι οι προφορικές παραδόσεις ήταν ίσης αξίας με αυτόν. (Ματ 23:​23) Εναντιώνονταν σε κάθε επιρροή του ελληνικού πολιτισμού και, ως μελετητές του Νόμου και των παραδόσεων, ασκούσαν μεγάλη εξουσία στον λαό. (Ματ 23:​2-6) Μερικοί ήταν επίσης μέλη του Σάνχεδριν. Συνήθως εναντιώνονταν στον Ιησού αναφορικά με την τήρηση του Σαββάτου, τις παραδόσεις και τη συναναστροφή με αμαρτωλούς και εισπράκτορες φόρων. Ορισμένοι έγιναν Χριστιανοί, όπως ο Σαύλος από την Ταρσό.​—Ματ 9:​11· 12:​14· Μαρ 7:5· Λου 6:2· Πρ 26:5.

  • Φιλιστία· Φιλισταίοι.

    Η περιοχή στη νότια ακτή του Ισραήλ ονομάστηκε Φιλιστία. Οι μετανάστες από την Κρήτη που εγκαταστάθηκαν εκεί ονομάστηκαν Φιλισταίοι. Ο Δαβίδ τούς καθυπέταξε, αλλά αυτοί παρέμειναν ανεξάρτητοι και ήταν μονίμως εχθροί του Ισραήλ. (Εξ 13:​17· 1Σα 17:4· Αμ 9:7)​—Βλέπε Παράρτημα Β4.

  • Φιμ.

    Ένα από τα σταθμά που χρησιμοποιούνταν, καθώς και το ποσό που ζητούσαν οι Φιλισταίοι για το ακόνισμα μεταλλικών εργαλείων. Αρκετά πέτρινα σταθμά που βρέθηκαν σε αρχαιολογικές ανασκαφές στο Ισραήλ φέρουν τα αρχαία εβραϊκά σύμφωνα της λέξης «φιμ». Το βάρος τους είναι κατά μέσο όρο 7,8 γρ., δηλαδή ισοδυναμούσε κατά προσέγγιση με τα δύο τρίτα του σίκλου.​—1Σα 13:​20, 21.

  • Φόρος υποτελείας.

    Πληρωμή που κατέβαλλε ένα κράτος σε άλλο ή ένας ηγεμόνας σε άλλον ως σημάδι υποταγής για διατήρηση της ειρήνης ή για την εξασφάλιση προστασίας.​—2Βα 3:4· 18:​14-16· 2Χρ 17:11.

  • Φρουρός.

    Κάποιος ο οποίος προστατεύει πρόσωπα ή περιουσιακά στοιχεία, συνήθως τη νύχτα, και ο οποίος μπορεί να σημάνει συναγερμό ενόψει επαπειλούμενου κινδύνου. Στα τείχη των πόλεων και στους πύργους τοποθετούνταν συνήθως φρουροί για να παρατηρούν όσους κατευθύνονταν προς τα εκεί προτού προλάβουν να πλησιάσουν. Με μεταφορική έννοια, οι προφήτες υπηρετούσαν ως φρουροί για το έθνος του Ισραήλ, προειδοποιώντας το όταν διέτρεχε κίνδυνο καταστροφής.​—2Βα 9:​20· Ιεζ 3:17.

Χ

  • Χαλδαία· Χαλδαίοι.

    Αρχικά, η χώρα και ο λαός που καταλάμβαναν το δέλτα των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη. Μεταγενέστερα οι λέξεις αυτές χρησιμοποιούνταν για ολόκληρη τη Βαβυλωνία και τον λαό της. Επιπλέον, ο όρος «Χαλδαίοι» αναφερόταν σε μια τάξη μορφωμένων ανθρώπων, εκπαιδευμένων στην επιστήμη, στην ιστορία, στις γλώσσες και στην αστρονομία, οι οποίοι όμως ασκούσαν επίσης μαγεία και αστρολογία.​—Εσδ 5:​12· Δα 4:7· Πρ 7:4.

  • Χαναάν.

    Εγγονός του Νώε και τέταρτος γιος του Χαμ. Οι 11 φυλές που προήλθαν από τον Χαναάν κατοίκησαν τελικά στην περιοχή η οποία εκτείνεται κατά μήκος της ανατολικής Μεσογείου ανάμεσα στην Αίγυπτο και στη Συρία. Η περιοχή αυτή ονομάστηκε «γη Χαναάν». (Λευ 18:3· Γε 9:​18· Πρ 13:​19)​—Βλέπε Παράρτημα Β4.

  • Χεμώς.

    Ο κυριότερος θεός των Μωαβιτών.​—1Βα 11:33.

  • Χερουβείμ.

    Άγγελοι που κατέχουν υψηλή θέση ιεραρχικά και εκτελούν ειδικά  καθήκοντα. Διαφέρουν από τα σεραφείμ.​—Γε 3:​24· Εξ 25:​20· Ησ 37:​16· Εβρ 9:5.

  • Χιλίαρχος.

    Στις Εβραϊκές Γραφές, ο όρος «χιλίαρχος» προσδιορίζει ένα από τα αξιώματα στο δικαστικό και στο στρατιωτικό σύστημα του Ισραήλ. (Εξ 18:​21, 25· Αρ 31:​14, 48) Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, προσδιορίζει έναν αξιωματικό του ρωμαϊκού στρατού που είχε υπό τις διαταγές του 1.000 στρατιώτες.​—Μαρ 6:​21· Ιωα 18:​12.

  • Χισλέβ.

    Μετά την επιστροφή των Ιουδαίων από τη Βαβυλώνα, το όνομα του ένατου μήνα στο ιουδαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο και τρίτου μήνα στο πολιτικό ημερολόγιο. Διαρκούσε από τα μέσα Νοεμβρίου ως τα μέσα Δεκεμβρίου. (Νε 1:1· Ζαχ 7:1)​—Βλέπε Παράρτημα Β15.

  • Χομόρ.

    Μέτρο στερεών, αντίστοιχο του κορ. Με βάση τον εκτιμώμενο όγκο του βαθ, ισοδυναμούσε με 220 λίτρα. (Λευ 27:​16)​—Βλέπε Παράρτημα Β14.

  • Χριστιανός.

    Θεόδοτη ονομασία των ακολούθων του Ιησού Χριστού.​—Πρ 11:​26· 26:28.

  • Χριστός.

    Ο τίτλος του Ιησού, που αντιστοιχεί στην εβραϊκή λέξη η οποία μεταφράζεται «Μεσσίας», δηλαδή «Χρισμένος».​—Ματ 1:​16· Ιωα 1:41.

  • Χρίω.

    Η λέξη του πρωτότυπου εβραϊκού κειμένου σημαίνει βασικά «αλείβω με υγρό». Το χρίσμα ατόμων ή αντικειμένων με λάδι συμβόλιζε το γεγονός ότι αυτά αφιερώνονταν σε κάποια ειδική υπηρεσία. Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, αυτή η λέξη δηλώνει επίσης την έκχυση αγίου πνεύματος σε εκείνους που είναι εκλεγμένοι για την ουράνια ελπίδα.​—Εξ 28:​41· 1Σα 16:​13· 2Κο 1:21.

  • Χωρήβ· Όρος Χωρήβ.

    Η ορεινή περιοχή γύρω από το όρος Σινά. Άλλο όνομα του όρους Σινά. (Εξ 3:1· Δευ 5:2)​—Βλέπε Παράρτημα Β3.

Ψ

  • Ψαλμός.

    Ύμνος αίνου προς τον Θεό, ο οποίος ψαλλόταν από τους λάτρεις με τη συνοδεία μουσικής κατά τη δημόσια λατρεία του Ιεχωβά Θεού στον ναό του στην Ιερουσαλήμ, καθώς και σε άλλες περιπτώσεις.​—Λου 20:​42· Πρ 13:​33· Ιακ 5:13.

  • Ψυχή.

    Η εξέταση του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιείται στο πρωτότυπο κείμενο της Αγίας Γραφής η εβραϊκή λέξη νέφες και η αντίστοιχη ελληνική λέξη ψυχή αποκαλύπτει ότι αυτές βασικά αναφέρονται (1) σε ανθρώπους, (2) σε ζώα και (3) στη ζωή που έχει ένα άτομο ή ένα ζώο. (Γε 1:​20· 2:7· Αρ 31:​28· 1Πε 3:​20· επίσης υποσημειώσεις) Αντίθετα με το πώς χρησιμοποιείται ο όρος «ψυχή» σε πολλά θρησκευτικά κείμενα, η Γραφή δείχνει ότι τόσο η λέξη νέφες όσο και η λέξη ψυχή, σε σχέση με επίγεια πλάσματα, αναφέρονται σε κάτι που είναι υλικό, ψηλαφητό, ορατό και θνητό. Σε αυτή τη μετάφραση, οι συγκεκριμένες λέξεις των πρωτότυπων γλωσσών αποδίδονται συνήθως βάσει του νοήματός τους ανάλογα με τα συμφραζόμενα. Χρησιμοποιούνται οι όροι «ζωή», «πλάσμα», «άτομο», «όλο το είναι κάποιου» ή απλώς μια προσωπική αντωνυμία (για παράδειγμα, η έκφραση «η ψυχή μου» αποδίδεται κάποιες φορές «εγώ»). Στις περισσότερες περιπτώσεις, η εναλλακτική απόδοση «ψυχή» εμφανίζεται στις υποσημειώσεις. Όποτε χρησιμοποιείται ο όρος «ψυχή», είτε στο κυρίως κείμενο είτε στις υποσημειώσεις, πρέπει να κατανοείται σύμφωνα με την παραπάνω εξήγηση. Όταν λέγεται ότι κάποιος πρέπει να κάνει κάτι με όλη του την ψυχή, σημαίνει ότι πρέπει να το κάνει με όλο του το είναι, ολόκαρδα, ή αλλιώς με όλη του τη ζωή. (Δευ 6:5· Ματ 22:​37) Σε ορισμένα συμφραζόμενα, οι συγκεκριμένες λέξεις των πρωτότυπων γλωσσών αναφέρονται στην επιθυμία ή στην όρεξη ενός ζωντανού πλάσματος. Μπορεί επίσης να αναφέρονται σε ένα νεκρό άτομο ή σε ένα νεκρό σώμα.​—Αρ 6:6· Παρ 23:2· Ησ 56:​11· Αγγ 2:13.

  • Ψωμιά της παρουσίασης· Ψωμιά της πρόθεσης.

    Δώδεκα ψωμιά τα οποία τοποθετούνταν ανά έξι σε δύο στοίβες πάνω στο τραπέζι που υπήρχε στα Άγια της σκηνής της μαρτυρίας και του ναού. Αποκαλούνται επίσης «ψωμιά που τοποθετούνται σε στοίβες» και «ψωμιά της παρουσίασης». Αυτά τα ψωμιά, που αποτελούσαν προσφορά προς τον Θεό, αντικαθίσταντο με φρέσκα κάθε Σάββατο. Τα παλιά ψωμιά τα έτρωγαν κανονικά μόνο οι ιερείς. (2Χρ 2:4· Ματ 12:4· Εξ 25:​30· Λευ 24:​5-9· Εβρ 9:2)​—Βλέπε Παράρτημα Β5.