Ρύθμιση προσβασιμότητας

Επιλέξτε γλώσσα

Μετάβαση στο δευτερεύον μενού

Μετάβαση στον πίνακα περιεχομένων

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μάρτυρες του Ιεχωβά

Ελληνική

Η Αγία Γραφή στο Διαδίκτυο

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ—ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

1 Σαμουήλ 30:1-31

30  Και ενώ ο Δαβίδ και οι άντρες του πήγαιναν στη Σικλάγ+ την τρίτη ημέρα, οι Αμαληκίτες+ έκαναν επιδρομή στα νότια και στη Σικλάγ· και χτύπησαν τη Σικλάγ και την έκαψαν με φωτιά·  και πήραν αιχμάλωτες τις γυναίκες+ και όλα όσα ήταν σε αυτήν, από το μικρότερο μέχρι το μεγαλύτερο. Δεν θανάτωσαν κανέναν, αλλά τους πήραν μαζί τους και έφυγαν.  Όταν ο Δαβίδ και οι άντρες του πήγαν στην πόλη, είδαν ότι ήταν καμένη με φωτιά· και τις συζύγους τους και τους γιους τους και τις κόρες τους τούς είχαν πάρει αιχμάλωτους.  Και ο Δαβίδ και ο λαός που ήταν μαζί του ύψωσαν τη φωνή τους και έκλαψαν,+ ώσπου δεν τους έμεινε δύναμη να κλάψουν άλλο.  Και τις δύο συζύγους του Δαβίδ είχαν πάρει αιχμάλωτες, την Αχινοάμ+ την Ιεζραελίτισσα και την Αβιγαία,+ τη σύζυγο του Νάβαλ του Καρμηλίτη.  Και αυτό στενοχώρησε πολύ τον Δαβίδ,+ επειδή ο λαός είπε να τον λιθοβολήσει·+ διότι η ψυχή όλου του λαού είχε πικραθεί,+ ο καθένας για τους γιους του και τις κόρες του. Γι’ αυτό και ο Δαβίδ ενίσχυσε τον εαυτό του μέσω του Ιεχωβά του Θεού του.+  Έτσι λοιπόν, ο Δαβίδ είπε στον Αβιάθαρ+ τον ιερέα, το γιο του Αχιμέλεχ: «Φέρε μου, σε παρακαλώ, το εφόδ».+ Και έφερε ο Αβιάθαρ το εφόδ στον Δαβίδ.  Και ο Δαβίδ ρώτησε τον Ιεχωβά,+ λέγοντας: «Να καταδιώξω αυτή τη ληστρική ομάδα; Θα τους προφτάσω;» Και του είπε:+ «Να τους καταδιώξεις, γιατί οπωσδήποτε θα τους προφτάσεις και θα φέρεις απελευθέρωση».+  Και ο Δαβίδ έφυγε αμέσως, ο ίδιος και οι εξακόσιοι άντρες+ που ήταν μαζί του, και πήγαν μέχρι την κοιλάδα του χειμάρρου Βεσόρ, και οι άντρες που ήταν να μείνουν πίσω στάθηκαν εκεί. 10  Και ο Δαβίδ συνέχισε την καταδίωξη,+ ο ίδιος και τετρακόσιοι άντρες, ενώ διακόσιοι άντρες που ήταν τόσο κουρασμένοι ώστε δεν μπορούσαν να περάσουν την κοιλάδα του χειμάρρου Βεσόρ+ στάθηκαν εκεί. 11  Και βρήκαν στον αγρό έναν άνθρωπο, έναν Αιγύπτιο.+ Τον πήγαν, λοιπόν, στον Δαβίδ και του έδωσαν ψωμί να φάει και του έδωσαν νερό να πιει. 12  Επιπλέον, του έδωσαν ένα κομμάτι συκόπιτα και δύο σταφιδόπιτες.+ Και έφαγε και το πνεύμα+ του επέστρεψε σε αυτόν· διότι δεν είχε φάει ψωμί ούτε είχε πιει νερό επί τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. 13  Κατόπιν ο Δαβίδ τού είπε: «Σε ποιον ανήκεις εσύ και από πού είσαι;» Και εκείνος είπε: «Είμαι Αιγύπτιος υπηρέτης, δούλος κάποιου Αμαληκίτη, αλλά ο κύριός μου με άφησε επειδή αρρώστησα πριν από τρεις ημέρες.+ 14  Εμείς ήμασταν που κάναμε επιδρομή στα νότια των Χερεθαίων+ και στα μέρη του Ιούδα και στα νότια του Χάλεβ·+ και τη Σικλάγ την κάψαμε με φωτιά». 15  Τότε ο Δαβίδ τού είπε: «Θα με οδηγήσεις κάτω σε αυτή τη ληστρική ομάδα;» Και εκείνος είπε: «Ορκίσου+ μου στον Θεό ότι δεν θα με θανατώσεις και ότι δεν θα με παραδώσεις στο χέρι του κυρίου μου,+ και εγώ θα σε οδηγήσω κάτω σε αυτή τη ληστρική ομάδα». 16  Τον οδήγησε, λοιπόν, κάτω+ και είδαν ότι αυτοί ήταν σκορπισμένοι στην επιφάνεια όλου του τόπου, τρώγοντας και πίνοντας και γιορτάζοντας+ για όλα τα λάφυρα τα μεγάλα που είχαν πάρει από τη γη των Φιλισταίων και από τη γη του Ιούδα.+ 17  Και ο Δαβίδ τούς πάτασσε από τα ξημερώματα ως το βράδυ, για να τους αφιερώσει στην καταστροφή· και ούτε ένας από αυτούς δεν διέφυγε+ εκτός από τετρακόσιους νεαρούς που επέβαιναν σε καμήλες και τράπηκαν σε φυγή. 18  Και απελευθέρωσε ο Δαβίδ όλα όσα είχαν πάρει οι Αμαληκίτες·+ και τις δύο συζύγους του απελευθέρωσε ο Δαβίδ. 19  Και τίποτα δικό τους δεν έλειπε. Από το μικρότερο μέχρι το μεγαλύτερο, και μέχρι τους γιους και τις κόρες, και από τα λάφυρα μέχρι το καθετί που είχαν πάρει.+ Όλα τα πήρε πίσω ο Δαβίδ. 20  Πήρε, λοιπόν, ο Δαβίδ όλα τα ποίμνια και τα βόδια, τα οποία και οδήγησαν μπροστά από τα άλλα ζωντανά. Τότε είπαν: «Αυτά είναι λάφυρα του Δαβίδ».+ 21  Τελικά ο Δαβίδ ήρθε στους διακόσιους άντρες+ που ήταν τόσο κουρασμένοι ώστε δεν μπόρεσαν να πάνε μαζί με τον Δαβίδ, και τους οποίους είχαν αφήσει να κάθονται στην κοιλάδα του χειμάρρου Βεσόρ· και εκείνοι βγήκαν να συναντήσουν τον Δαβίδ και να συναντήσουν το λαό που ήταν μαζί του. Όταν πλησίασε ο Δαβίδ σε αυτούς τους ανθρώπους, άρχισε να τους ρωτάει πώς ήταν. 22  Ωστόσο, κάθε κακός και άχρηστος άνθρωπος+ από τους άντρες που είχαν πάει με τον Δαβίδ αποκρίθηκε και έλεγε: «Εφόσον αυτοί δεν ήρθαν μαζί μας, δεν θα τους δώσουμε τίποτα από τα λάφυρα που διασώσαμε, παρά μόνο στον καθένα τη σύζυγό του και τους γιους του· και ας τους πάρουν και ας φύγουν». 23  Αλλά ο Δαβίδ είπε: «Δεν πρέπει να ενεργήσετε έτσι, αδελφοί μου, με όσα μας έδωσε ο Ιεχωβά,+ εφόσον αυτός μας διαφύλαξε+ και έδωσε στο χέρι μας τη ληστρική ομάδα που ήρθε εναντίον μας.+ 24  Και ποιος θα σας ακούσει όσον αφορά αυτά τα λόγια; Διότι όσο είναι το μερίδιο εκείνου που κατέβηκε στη μάχη τόσο θα είναι και το μερίδιο εκείνου που κάθησε με τις αποσκευές.+ Όλοι θα έχουν μερίδιο από κοινού».+ 25  Και από εκείνη την ημέρα και έπειτα το διατήρησε αυτό ως διάταξη και δικαστική απόφαση+ για τον Ισραήλ μέχρι αυτή την ημέρα. 26  Όταν ο Δαβίδ πήγε στη Σικλάγ, έστειλε μερικά από τα λάφυρα στους πρεσβυτέρους του Ιούδα, τους φίλους του,+ λέγοντας: «Ορίστε ένα δώρο+ ευλογίας για εσάς από τα λάφυρα που πήρα από τους εχθρούς του Ιεχωβά». 27  Σε όσους ήταν στη Βαιθήλ,+ και σε όσους ήταν στη Ραμώθ+ του νότου, και σε όσους ήταν στην Ιαθίρ,+ 28  και σε όσους ήταν στην Αροήρ, και σε όσους ήταν στη Σιφμώθ, και σε όσους ήταν στην Εσθεμωά,+ 29  και σε όσους ήταν στη Ραχάλ, και σε όσους ήταν στις πόλεις των Ιεραμεηλιτών,+ και σε όσους ήταν στις πόλεις των Κεναίων,+ 30  και σε όσους ήταν στην Ορμά,+ και σε όσους ήταν στη Βορασάν,+ και σε όσους ήταν στην Ατάχ, 31  και σε όσους ήταν στη Χεβρών,+ και σε όλα τα μέρη όπου είχε περπατήσει ο Δαβίδ, ο ίδιος και οι άντρες του.

Υποσημειώσεις