Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μετάβαση στο δευτερεύον μενού

Μετάβαση στον πίνακα περιεχομένων

Μάρτυρες του Ιεχωβά

Ελληνική

Η Αγία Γραφή στο Διαδίκτυο | Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ—ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Κριτές 6:1-40

6  Κατόπιν οι γιοι του Ισραήλ άρχισαν να πράττουν το κακό στα μάτια του Ιεχωβά.+ Έτσι λοιπόν, ο Ιεχωβά τούς έδωσε στο χέρι του Μαδιάμ+ για εφτά χρόνια.  Και το χέρι του Μαδιάμ υπερίσχυσε εναντίον του Ισραήλ.+ Εξαιτίας του Μαδιάμ οι γιοι του Ισραήλ έφτιαξαν τους υπόγειους χώρους αποθήκευσης που βρίσκονταν στα βουνά και τις σπηλιές και τα δυσπρόσιτα μέρη.+  Και αν ο Ισραήλ έσπερνε,+ ο Μαδιάμ και ο Αμαλήκ+ και οι κάτοικοι της Ανατολής+ ανέβαιναν, ναι, ανέβαιναν εναντίον τους.  Και στρατοπέδευαν εναντίον τους και κατέστρεφαν τη σοδειά της γης μέχρι τη Γάζα και δεν άφηναν στον Ισραήλ τρόφιμα ούτε πρόβατο ούτε ταύρο ούτε γαϊδούρι.+  Διότι ανέβαιναν με τις σκηνές τους, οι ίδιοι και τα ζωντανά τους. Έρχονταν πολυάριθμοι σαν τις ακρίδες,+ και αυτοί καθώς και οι καμήλες τους ήταν αναρίθμητοι·+ και έμπαιναν στη γη για να την καταστρέψουν.+  Και ο Ισραήλ ήρθε σε μεγάλη στέρηση εξαιτίας του Μαδιάμ· και οι γιοι του Ισραήλ άρχισαν να καλούν τον Ιεχωβά σε βοήθεια.+  Και επειδή οι γιοι του Ισραήλ καλούσαν τον Ιεχωβά σε βοήθεια εξαιτίας του Μαδιάμ,+  έστειλε ο Ιεχωβά έναν άνθρωπο, έναν προφήτη,+ στους γιους του Ισραήλ και τους είπε: «Αυτό είπε ο Ιεχωβά, ο Θεός του Ισραήλ: “Εγώ σας ανέβασα από την Αίγυπτο+ και έτσι σας έβγαλα από το σπίτι των δούλων.+  Σας ελευθέρωσα, λοιπόν, από το χέρι της Αιγύπτου και από το χέρι όλων αυτών που σας καταδυνάστευαν και τους έδιωξα από μπροστά σας και σας έδωσα τη γη τους.+ 10  Επιπλέον, σας είπα: «Εγώ είμαι ο Ιεχωβά ο Θεός σας.+ Δεν πρέπει να φοβηθείτε τους θεούς των Αμορραίων+ στων οποίων τη γη κατοικείτε».+ Και εσείς δεν ακούσατε τη φωνή μου”».+ 11  Αργότερα ήρθε ο άγγελος του Ιεχωβά+ και κάθησε κάτω από το μεγάλο δέντρο που υπήρχε στην Οφρά, το οποίο ανήκε στον Ιεχωάς τον Αβιεζερίτη,+ ενώ ο Γεδεών+ ο γιος του κοπάνιζε σιτάρι στο πατητήρι για να το κρύψει γρήγορα από τα μάτια του Μαδιάμ. 12  Τότε εμφανίστηκε σε αυτόν ο άγγελος του Ιεχωβά και του είπε: «Ο Ιεχωβά είναι μαζί σου,+ γενναίε, κραταιέ». 13  Και ο Γεδεών τού είπε: «Συγχώρησέ με, κύριέ μου, αλλά αν ο Ιεχωβά είναι μαζί μας, τότε γιατί μας έχουν βρει όλα αυτά,+ και πού είναι όλες οι θαυμαστές του πράξεις+ που μας αφηγήθηκαν οι πατέρες μας,+ λέγοντας: “Από την Αίγυπτο δεν μας ανέβασε ο Ιεχωβά;”+ Και τώρα ο Ιεχωβά μάς έχει εγκαταλείψει+ και μας δίνει στην παλάμη του Μαδιάμ». 14  Και ο Ιεχωβά τον κοίταξε και είπε: «Πήγαινε με τη δύναμή σου αυτή,+ και σίγουρα θα σώσεις τον Ισραήλ από την παλάμη του Μαδιάμ.+ Δεν σε στέλνω εγώ;»+ 15  Αλλά αυτός του είπε: «Συγχώρησέ με, Ιεχωβά. Με τι θα σώσω τον Ισραήλ;+ Δες! Η χιλιάδα μου είναι η πιο ασήμαντη στον Μανασσή και εγώ είμαι ο μικρότερος στον οίκο του πατέρα μου».+ 16  Ο Ιεχωβά, όμως, του είπε: «Εγώ θα είμαι μαζί σου,+ και γι’ αυτό σίγουρα θα πατάξεις τον Μαδιάμ+ σαν να ήταν ένας άνθρωπος». 17  Τότε αυτός του είπε: «Αν, τώρα, βρήκα εύνοια στα μάτια σου,+ τότε να εκτελέσεις ένα σημείο για χάρη μου, σχετικά με το ότι εσύ είσαι εκείνος που μου μιλάει.+ 18  Μην απομακρυνθείς, σε παρακαλώ, από εδώ μέχρι να έρθω σε εσένα+ και να φέρω έξω το δώρο μου και να το βάλω μπροστά σου».+ Και εκείνος είπε: «Εγώ θα κάθομαι εδώ μέχρι να επιστρέψεις». 19  Και ο Γεδεών πήγε μέσα και ετοίμασε ένα κατσικάκι+ και ένα εφά αλεύρι ως άζυμους άρτους.+ Το κρέας το έβαλε στο καλάθι, και το ζωμό τον έβαλε στη χύτρα, και μετά του το έφερε έξω, κάτω από το μεγάλο δέντρο, και το πρόσφερε. 20  Και ο άγγελος του αληθινού Θεού τού είπε: «Πάρε το κρέας και τους άζυμους άρτους και βάλε τα πάνω στο μεγάλο βράχο εκεί+ και χύσε το ζωμό». Και εκείνος το έκανε. 21  Κατόπιν ο άγγελος του Ιεχωβά άπλωσε την άκρη του ραβδιού που βρισκόταν στο χέρι του και άγγιξε το κρέας και τους άζυμους άρτους, και άρχισε να ανεβαίνει φωτιά από το βράχο και να κατατρώει το κρέας και τους άζυμους άρτους.+ Και ο άγγελος του Ιεχωβά εξαφανίστηκε από τα μάτια του. 22  Ο Γεδεών, λοιπόν, συνειδητοποίησε ότι ήταν άγγελος του Ιεχωβά.+ Αμέσως ο Γεδεών είπε: «Αλίμονο, Υπέρτατε Κύριε Ιεχωβά, επειδή είδα τον άγγελο του Ιεχωβά πρόσωπο με πρόσωπο!»+ 23  Ο Ιεχωβά, όμως, του είπε: «Ειρήνη σε εσένα.+ Μη φοβάσαι.+ Δεν θα πεθάνεις».+ 24  Έτσι λοιπόν, ο Γεδεών έχτισε εκεί ένα θυσιαστήριο+ στον Ιεχωβά, και αυτό ονομάζεται+ Ιεχωβά-σαλώμ μέχρι αυτή την ημέρα. Βρίσκεται ακόμη στην Οφρά+ των Αβιεζεριτών. 25  Και στη διάρκεια εκείνης της νύχτας ο Ιεχωβά τού είπε: «Πάρε το νεαρό ταύρο, τον ταύρο του πατέρα σου, το δεύτερο εφταετή ταύρο, και γκρέμισε το θυσιαστήριο του Βάαλ+ που έχει ο πατέρας σου, τον δε ιερό στύλο που βρίσκεται κοντά σε αυτό πρέπει να τον κόψεις.+ 26  Και πρέπει να χτίσεις ένα θυσιαστήριο για τον Ιεχωβά τον Θεό σου, στην κεφαλή αυτού του οχυρού τόπου, βάζοντας τις πέτρες σε σειρά, και πρέπει να πάρεις το δεύτερο νεαρό ταύρο και να τον προσφέρεις ως ολοκαύτωμα πάνω στα ξύλα από τον ιερό στύλο που θα κόψεις». 27  Ο Γεδεών, λοιπόν, πήρε δέκα άντρες από τους υπηρέτες του και έκανε ακριβώς όπως του είχε πει ο Ιεχωβά·+ αλλά επειδή φοβόταν το σπιτικό του πατέρα του και τους άντρες της πόλης και δεν μπορούσε να το κάνει αυτό την ημέρα, το έκανε τη νύχτα.+ 28  Όταν οι άντρες της πόλης σηκώθηκαν νωρίς το πρωί, όπως συνήθως, το θυσιαστήριο του Βάαλ ήταν γκρεμισμένο και ο ιερός στύλος+ που βρισκόταν δίπλα σε αυτό είχε κοπεί και ο δεύτερος νεαρός ταύρος είχε προσφερθεί πάνω στο θυσιαστήριο που είχε χτιστεί. 29  Και έλεγαν ο ένας στον άλλον: «Ποιος το έκανε αυτό το πράγμα;» Και ρωτούσαν και έψαχναν. Τελικά είπαν: «Ο Γεδεών, ο γιος του Ιεχωάς, το έκανε αυτό». 30  Έτσι λοιπόν, οι άντρες της πόλης είπαν στον Ιεχωάς: «Φέρε το γιο σου έξω για να πεθάνει,+ επειδή γκρέμισε το θυσιαστήριο του Βάαλ και επειδή έκοψε τον ιερό στύλο που βρισκόταν κοντά σε αυτό». 31  Τότε ο Ιεχωάς+ είπε σε όλους εκείνους που σηκώθηκαν εναντίον του:+ «Μήπως εσείς θα κάνετε νομική υπεράσπιση για τον Βάαλ ώστε να δείτε αν εσείς θα τον σώσετε; Όποιος κάνει νομική υπεράσπιση για αυτόν πρέπει να θανατωθεί και μάλιστα αυτό το πρωί.+ Αν είναι Θεός,+ ας κάνει ο ίδιος νομική υπεράσπιση για τον εαυτό του,+ εφόσον κάποιος γκρέμισε το θυσιαστήριό του». 32  Και άρχισε να τον ονομάζει εκείνη την ημέρα Ιεροβάαλ,+ λέγοντας: «Ας κάνει ο Βάαλ νομική υπεράσπιση για λογαριασμό του, εφόσον κάποιος γκρέμισε το θυσιαστήριό του».+ 33  Και όλος ο Μαδιάμ+ και ο Αμαλήκ+ και οι κάτοικοι της Ανατολής+ συγκεντρώθηκαν σαν ένας άνθρωπος+ και πέρασαν απέναντι και στρατοπέδευσαν στην κοιλάδα της Ιεζραέλ.+ 34  Και το πνεύμα+ του Ιεχωβά περικάλυψε τον Γεδεών ώστε αυτός άρχισε να σαλπίζει με το κέρας,+ και οι Αβιεζερίτες+ συγκεντρώθηκαν για να τον ακολουθήσουν. 35  Και έστειλε αγγελιοφόρους+ να περάσουν μέσα από όλο τον Μανασσή, και συγκεντρώθηκαν και εκείνοι για να τον ακολουθήσουν. Έστειλε επίσης αγγελιοφόρους να περάσουν μέσα από τον Ασήρ και τον Ζαβουλών και τον Νεφθαλί, και εκείνοι ανέβηκαν να τον συναντήσουν. 36  Κατόπιν ο Γεδεών είπε στον αληθινό Θεό: «Αν σώζεις τον Ισραήλ χρησιμοποιώντας εμένα, ακριβώς όπως υποσχέθηκες,+ 37  ορίστε! εγώ αφήνω εκτεθειμένο στο αλώνι έναν πόκο μαλλιού. Αν βρεθεί δροσιά μόνο πάνω στον πόκο του μαλλιού, ενώ σε όλη τη γη υπάρχει ξηρότητα, τότε θα ξέρω ότι θα σώσεις τον Ισραήλ χρησιμοποιώντας εμένα, ακριβώς όπως υποσχέθηκες». 38  Έτσι και έγινε. Όταν σηκώθηκε νωρίς την επόμενη ημέρα και έστυψε τον πόκο του μαλλιού, στράγγισε από αυτόν δροσιά αρκετή για να γεμίσει νερό μια μεγάλη γαβάθα συμποσίου. 39  Ωστόσο, ο Γεδεών είπε στον αληθινό Θεό: «Ας μην ανάψει ο θυμός σου εναντίον μου, αλλά ας μου επιτραπεί να μιλήσω μόνο μία φορά ακόμη. Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να κάνω μια δοκιμή με τον πόκο του μαλλιού μόνο μία φορά ακόμη. Ας εμφανιστεί, παρακαλώ, ξηρότητα μόνο στον πόκο του μαλλιού, ενώ πάνω σε όλη τη γη ας υπάρξει δροσιά». 40  Έτσι και έκανε ο Θεός εκείνη τη νύχτα· και βρέθηκε ξηρότητα μόνο στον πόκο του μαλλιού, ενώ πάνω σε όλη τη γη έπεσε δροσιά.

Υποσημειώσεις