Ρύθμιση προσβασιμότητας

Επιλέξτε γλώσσα

Μετάβαση στο δευτερεύον μενού

Μετάβαση στον πίνακα περιεχομένων

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μάρτυρες του Ιεχωβά

Ελληνική

Η Αγία Γραφή στο Διαδίκτυο

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ—ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Κριτές 5:1-31

5  Και εκείνη την ημέρα η Δεββώρα+ μαζί με τον Βαράκ,+ το γιο του Αβινοάμ,+ άρχισαν να υμνούν,+ λέγοντας:   «Επειδή τα μαλλιά αφέθηκαν λυτά στον Ισραήλ για πόλεμο, Επειδή ο λαός προσφέρθηκε εθελοντικά,+ Ευλογείτε τον Ιεχωβά.+   Ακούστε, βασιλιάδες·+ δώστε ακρόαση, ανώτεροι αξιωματούχοι: Εγώ, στον Ιεχωβά εγώ θα ψάλω. Θα αναπέμψω μελωδία+ στον Ιεχωβά, τον Θεό του Ισραήλ.+   Ιεχωβά, όταν ξεπρόβαλες από το Σηείρ,+ Όταν προέλασες από την περιοχή του Εδώμ,+ Η γη σείστηκε+ και οι ουρανοί στάλαξαν,+ Και τα σύννεφα στάλαξαν νερό.   Βουνά έρρευσαν και έφυγαν από το πρόσωπο του Ιεχωβά,+ Αυτό το Σινά+ έφυγε από το πρόσωπο του Ιεχωβά,+ του Θεού του Ισραήλ.+   Στις ημέρες του Σαμεγάρ,+ του γιου του Ανάθ, Στις ημέρες της Ιαήλ+ οι δρόμοι δεν είχαν καθόλου κίνηση, Και οι ταξιδιώτες στους δρόμους ταξίδευαν από παρακαμπτήριες οδούς.+   Οι κάτοικοι της υπαίθρου χάθηκαν, μέσα από τον Ισραήλ χάθηκαν,+ Ώσπου εγέρθηκα εγώ, η Δεββώρα,+ Ώσπου εγέρθηκα ως μητέρα στον Ισραήλ.+   Αυτοί διάλεξαν καινούριους θεούς.+ Τότε ήταν που ξέσπασε πόλεμος στις πύλες.+ Ασπίδα δεν φαινόταν ούτε κοντάρι, Ανάμεσα σε σαράντα χιλιάδες στον Ισραήλ.+   Η καρδιά μου είναι με τους διοικητές του Ισραήλ,+ Που ήταν εθελοντές ανάμεσα στο λαό.+ Ευλογείτε τον Ιεχωβά.+ 10  Εσείς που επιβαίνετε σε κοκκινωπά γαϊδούρια,+ Εσείς που κάθεστε πάνω σε πολυτελή χαλιά, Και εσείς που περπατάτε στο δρόμο, Αναλογιστείτε!+ 11  Κάποιες από τις φωνές των νεροκουβαλητών στους τόπους όπου αντλείται νερό,+ Εκεί άρχισαν να διηγούνται τις δίκαιες πράξεις του Ιεχωβά,+ Τις δίκαιες πράξεις των κατοίκων της υπαίθρου του Ισραήλ, οι οποίοι ανήκουν σε αυτόν. Τότε ήταν που ο λαός του Ιεχωβά κατέβηκε στις πύλες. 12  Ξύπνα, ξύπνα, Δεββώρα!+ Ξύπνα, ξύπνα, πες έναν ύμνο!+ Σήκω, Βαράκ,+ και πάρε τούς αιχμάλωτούς σου, γιε του Αβινοάμ!+ 13  Τότε ήταν που οι επιζώντες κατέβηκαν προς τους μεγαλοπρεπείς· Ο λαός του Ιεχωβά κατέβηκε προς εμένα εναντίον των κραταιών. 14  Από τον Εφραΐμ ήταν η προέλευσή τους στην κοιλάδα,+ Με εσένα, Βενιαμίν, ανάμεσα στους λαούς σου. Από τον Μαχίρ+ κατέβηκαν οι διοικητές, Και από τον Ζαβουλών όσοι χειρίζονταν τα σύνεργα του γραφέα.+ 15  Και οι άρχοντες του Ισσάχαρ+ ήταν με τη Δεββώρα, Και όπως ο Ισσάχαρ, έτσι ήταν και ο Βαράκ.+ Στην κοιλάδα στάλθηκε με τα πόδια.+ Ανάμεσα στις υποδιαιρέσεις του Ρουβήν μεγάλες ήταν οι διερευνήσεις της καρδιάς.+ 16  Γιατί έμεινες καθισμένος ανάμεσα στους δύο σάκους του σαμαριού, Ώστε να ακούς τους ήχους της φλογέρας για τα ποίμνια;+ Για τις υποδιαιρέσεις του Ρουβήν ήταν μεγάλες οι διερευνήσεις της καρδιάς.+ 17  Ο Γαλαάδ παρέμεινε στην κατοικία του από την άλλη πλευρά του Ιορδάνη·+ Και ο Δαν γιατί συνέχισε να μένει τότε σε πλοία;+ Ο Ασήρ κάθησε άπραγος στην ακρογιαλιά, Και στις αποβάθρες του εξακολούθησε να κατοικεί.+ 18  Ο Ζαβουλών υπήρξε λαός που καταφρόνησε την ψυχή του μέχρι θανάτου·+ Το ίδιο και ο Νεφθαλί,+ πάνω στα υψώματα του αγρού.+ 19  Ήρθαν βασιλιάδες, πολέμησαν· Τότε ήταν που πολέμησαν οι βασιλιάδες της Χαναάν+ Στη Θαανάχ,+ κοντά στα νερά της Μεγιδδώ.+ Κανένα κέρδος σε ασήμι δεν είχαν.+ 20  Από τον ουρανό πολέμησαν τα άστρα,+ Από τις τροχιές τους πολέμησαν εναντίον του Σισάρα. 21  Ο χείμαρρος Κισών τούς παρέσυρε,+ Ο χείμαρρος των αρχαίων ημερών, ο χείμαρρος Κισών.+ Ποδοπάτησες ισχύ,+ ψυχή μου. 22  Τότε ήταν που οι οπλές των αλόγων χτύπησαν το χώμα+ Από τις τόσες εξορμήσεις που έκαναν οι επιβήτορες ίπποι του. 23  “Καταραστείτε+ τη Μηρώζ”, είπε ο άγγελος του Ιεχωβά,+ “Να καταριέστε τους κατοίκους της αδιάκοπα, Διότι δεν πρόστρεξαν σε βοήθεια του Ιεχωβά, Σε βοήθεια του Ιεχωβά μαζί με τους κραταιούς”. 24  Η Ιαήλ,+ η γυναίκα του Χέβερ του Κεναίου,+ θα είναι πάρα πολύ ευλογημένη ανάμεσα στις γυναίκες, Ανάμεσα στις γυναίκες μέσα στη σκηνή θα είναι πάρα πολύ ευλογημένη.+ 25  Νερό ζήτησε εκείνος, γάλα έδωσε αυτή· Σε μεγάλη γαβάθα συμποσίου, που έχουν οι μεγαλοπρεπείς, έφερε πηγμένο γάλα.+ 26  Το χέρι της στον πάσσαλο της σκηνής άπλωσε μετά, Και το δεξί της χέρι στο ξύλινο σφυρί αυτών που εργάζονται σκληρά.+ Και χτύπησε τον Σισάρα με το σφυρί, διατρύπησε το κεφάλι του,+ Και διέλυσε και κατέκοψε τους κροτάφους του. 27  Ανάμεσα στα πόδια της σωριάστηκε, έπεσε, ξαπλώθηκε κάτω· Ανάμεσα στα πόδια της σωριάστηκε, έπεσε· Εκεί που σωριάστηκε, εκεί έπεσε νικημένος.+ 28  Από το παράθυρο μια γυναίκα έβλεπε και κοίταζε μήπως τον δει, Η μητέρα του Σισάρα, από το δικτυωτό,+ “Γιατί καθυστέρησε να έρθει το πολεμικό του άρμα;+ Γιατί αργούν τόσο πολύ τα ποδοβολητά των αρμάτων του;”+ 29  Οι σοφές από τις αρχόντισσές της+ τής απαντούσαν, Ναι, και η ίδια αποκρινόταν στον εαυτό της με τα λόγια της: 30  “Δεν πρέπει να βρουν, δεν πρέπει να μοιράσουν λάφυρα,+ Μια μήτρα—δύο μήτρες για κάθε ακμαίο άντρα,+ Λάφυρα από βαμμένα υφάσματα για τον Σισάρα, λάφυρα από βαμμένα υφάσματα, Ένα κεντητό ένδυμα, βαμμένο ύφασμα, δύο κεντητά ενδύματα Για το λαιμό των αντρών που λαφυραγωγούν;” 31  Έτσι ας αφανιστούν όλοι οι εχθροί σου,+ Ιεχωβά, Και αυτοί που σε αγαπούν+ ας είναι όπως ο ήλιος όταν ξεπροβάλλει με την κραταιότητά του».+ Και ο τόπος δεν είχε άλλη αναστάτωση επί σαράντα χρόνια.+

Υποσημειώσεις