Ρύθμιση προσβασιμότητας

Επιλέξτε γλώσσα

Μετάβαση στο δευτερεύον μενού

Μετάβαση στον πίνακα περιεχομένων

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μάρτυρες του Ιεχωβά

Ελληνική

Η Αγία Γραφή στο Διαδίκτυο

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ—ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Κριτές 15:1-20

15  Έπειτα από λίγο καιρό, στις ημέρες του θερισμού του σιταριού, επισκέφτηκε ο Σαμψών τη σύζυγό του φέρνοντας ένα κατσικάκι.+ Είπε λοιπόν: «Θα πάω μέσα, στη σύζυγό μου, στο εσωτερικό δωμάτιο».+ Και ο πατέρας της δεν τον άφησε να μπει.  Αλλά ο πατέρας της είπε: «Είπα μέσα μου ότι αναμφίβολα πρέπει να τη μισείς.+ Γι’ αυτό, την έδωσα στο γαμήλιο συνοδό σου.+ Δεν είναι η νεότερη αδελφή της καλύτερη από αυτήν; Ας γίνει, σε παρακαλώ, εκείνη δική σου αντί για την άλλη».  Ωστόσο, ο Σαμψών τούς είπε: «Αυτή τη φορά θα είμαι απαλλαγμένος από ενοχή απέναντι στους Φιλισταίους σε περίπτωση που τους κάνω κακό».+  Και έφυγε ο Σαμψών και έπιασε τριακόσιες αλεπούδες+ και πήρε πυρσούς και τις γύρισε ουρά με ουρά και έβαλε έναν πυρσό ανάμεσα στις δύο ουρές, ακριβώς στη μέση.  Τότε έβαλε φωτιά στους πυρσούς και τις άφησε ελεύθερες στους αγρούς των Φιλισταίων με τα αθέριστα σιτηρά. Έτσι έβαλε φωτιά στα πάντα, από δεμάτια μέχρι αθέριστα σιτηρά, και στα αμπέλια και στους ελαιώνες.+  Και οι Φιλισταίοι άρχισαν να λένε: «Ποιος το έκανε αυτό;» Κατόπιν είπαν: «Ο Σαμψών, ο γαμπρός του Θιμνίτη, επειδή εκείνος πήρε τη σύζυγό του και την έδωσε στο γαμήλιο συνοδό του».+ Τότε οι Φιλισταίοι ανέβηκαν και έκαψαν αυτήν και τον πατέρα της με φωτιά.+  Και ο Σαμψών τούς είπε: «Αν ενεργείτε έτσι, δεν μου μένει παρά να σας εκδικηθώ·+ και ύστερα θα σταματήσω».  Και άρχισε να τους πατάσσει, σωριάζοντας πόδια πάνω σε μηρούς με μεγάλη σφαγή, και μετά κατέβηκε και κατοίκησε σε μια σχισμή του απόκρημνου βράχου Ητάμ.+  Αργότερα οι Φιλισταίοι+ ανέβηκαν και στρατοπέδευσαν στον Ιούδα+ και άρχισαν να περιφέρονται στη Λεχί.+ 10  Τότε οι άντρες του Ιούδα είπαν: «Γιατί ανεβήκατε εναντίον μας;» Και εκείνοι είπαν: «Για να δέσουμε τον Σαμψών ανεβήκαμε, ώστε να του κάνουμε ακριβώς όπως έκανε αυτός σε εμάς». 11  Έτσι λοιπόν, τρεις χιλιάδες άντρες του Ιούδα κατέβηκαν στη σχισμή του απόκρημνου βράχου Ητάμ+ και είπαν στον Σαμψών: «Δεν ξέρεις ότι μας κυβερνούν οι Φιλισταίοι;+ Τι είναι, λοιπόν, αυτό που μας έκανες;» Τότε αυτός τους είπε: «Ακριβώς όπως μου έκαναν, έτσι τους έκανα».+ 12  Αυτοί, όμως, του είπαν: «Για να σε δέσουμε κατεβήκαμε, ώστε να σε δώσουμε στο χέρι των Φιλισταίων». Τότε ο Σαμψών τούς είπε: «Ορκιστείτε μου ότι εσείς δεν θα μου επιτεθείτε». 13  Και αυτοί του είπαν: «Όχι! Απλώς θα σε δέσουμε και θα σε δώσουμε στο χέρι τους· δεν πρόκειται, όμως, να σε θανατώσουμε». Και τον έδεσαν με δύο καινούρια σχοινιά+ και τον ανέβασαν από τον απόκρημνο βράχο. 14  Και αυτός πήγε μέχρι τη Λεχί, οι δε Φιλισταίοι φώναξαν με αγαλλίαση μόλις τον συνάντησαν.+ Και άρχισε να επενεργεί σε αυτόν το πνεύμα+ του Ιεχωβά, και τα σχοινιά που ήταν στους βραχίονές του έγιναν σαν λινές κλωστές που έχουν καεί από τη φωτιά,+ και έτσι τα δεσμά του έλιωσαν και έπεσαν από τα χέρια του. 15  Και βρήκε ένα νωπό σαγόνι αρσενικού γαϊδουριού και άπλωσε το χέρι του και το πήρε και πάταξε με αυτό χίλιους άντρες.+ 16  Κατόπιν ο Σαμψών είπε: «Με σαγόνι γαϊδουριού—ένας σωρός, δύο σωροί! Με σαγόνι γαϊδουριού πάταξα χίλιους άντρες».+ 17  Και μόλις τελείωσε αυτά που έλεγε, πέταξε το σαγόνι από το χέρι του και ονόμασε εκείνον τον τόπο Ραμάθ‐λεχί.+ 18  Κατόπιν δίψασε πολύ και άρχισε να επικαλείται τον Ιεχωβά και να λέει: «Εσύ έδωσες αυτή τη μεγάλη σωτηρία στο χέρι του υπηρέτη σου,+ και τώρα να πεθάνω από δίψα και να πέσω στο χέρι των απερίτμητων;»+ 19  Ο Θεός, λοιπόν, έσκισε στα δύο ένα κοίλωμα σε σχήμα γουδιού, το οποίο υπήρχε στη Λεχί, και βγήκε νερό+ από αυτό· και αυτός ήπιε και επέστρεψε το πνεύμα+ του και αναζωογονήθηκε.+ Γι’ αυτό κάλεσε το όνομά του Εν‐ακκορέ, το οποίο υπάρχει στη Λεχί μέχρι αυτή την ημέρα. 20  Και έκρινε τον Ισραήλ στις ημέρες των Φιλισταίων επί είκοσι χρόνια.+

Υποσημειώσεις