Ρύθμιση προσβασιμότητας

Επιλέξτε γλώσσα

Μετάβαση στο δευτερεύον μενού

Μετάβαση στον πίνακα περιεχομένων

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μάρτυρες του Ιεχωβά

Ελληνική

Η Αγία Γραφή στο Διαδίκτυο

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ—ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Αριθμοί 11:1-35

11  Και ο λαός άρχισε να εκφράζει κακό παράπονο στον Ιεχωβά.+ Όταν το άκουσε αυτό ο Ιεχωβά, τότε ο θυμός του άναψε, και φωτιά του Ιεχωβά άρχισε να φλέγεται εναντίον τους και να κατατρώει μερικούς στην άκρη του στρατοπέδου.+  Όταν ο λαός άρχισε να κραυγάζει προς τον Μωυσή, τότε εκείνος έκανε δέηση στον Ιεχωβά,+ και η φωτιά έσβησε.  Και το όνομα εκείνου του τόπου κλήθηκε Ταβερά,+ επειδή φωτιά του Ιεχωβά είχε στραφεί φλεγόμενη εναντίον τους.  Και το μεικτό πλήθος+ που βρισκόταν ανάμεσά τους εκδήλωσε ιδιοτελή επιθυμία,+ και οι γιοι του Ισραήλ άρχισαν και αυτοί να κλαίνε πάλι και να λένε: «Ποιος θα μας δώσει κρέας να φάμε;+  Αχ, πώς θυμόμαστε τα ψάρια που τρώγαμε στην Αίγυπτο δωρεάν,+ τα αγγούρια και τα καρπούζια και τα πράσα και τα κρεμμύδια και τα σκόρδα!  Ενώ τώρα η ψυχή μας είναι κατάξερη. Τα μάτια μας δεν βλέπουν τίποτα άλλο εκτός από το μάννα».+  Παρεμπιπτόντως, το μάννα+ ήταν σαν σπόρος κορίανδρου+ και η όψη του ήταν σαν την όψη του βδέλλιου.+  Ο λαός σκορπιζόταν και το μάζευε,+ και κατόπιν το άλεθαν σε χειρόμυλους ή το κοπάνιζαν σε γουδί, και το έβραζαν σε χύτρες+ ή έφτιαχναν από αυτό στρογγυλές πίτες· και η γεύση του ήταν σαν τη γεύση γλυκιάς πίτας που έχει λάδι.+  Και όταν κατέβαινε η δροσιά πάνω στο στρατόπεδο τη νύχτα, κατέβαινε και το μάννα.+ 10  Και ο Μωυσής άκουσε το λαό να κλαίει κατά οικογένειες, ο κάθε άντρας στην είσοδο της σκηνής του. Και ο θυμός του Ιεχωβά άρχισε να ανάβει πολύ·+ και αυτό που συνέβαινε φάνηκε κακό στα μάτια του Μωυσή.+ 11  Τότε ο Μωυσής είπε στον Ιεχωβά: «Γιατί έκανες κακό στον υπηρέτη σου, και γιατί δεν βρήκα εύνοια στα μάτια σου, και έβαλες το φορτίο όλου αυτού του λαού πάνω μου;+ 12  Μήπως εγώ συνέλαβα όλο αυτόν το λαό; Μήπως εγώ τον γέννησα, ώστε να μου πεις: “Βάσταζέ τους στην αγκαλιά σου,+ όπως βαστάζει ο βρεφοκόμος το βρέφος που θηλάζει”,+ μέχρι τη γη για την οποία ορκίστηκες στους προπάτορές τους;+ 13  Από πού να βρω κρέας για να δώσω σε όλο αυτόν το λαό; Διότι κλαίνε συνεχώς μπροστά μου, λέγοντας: “Δώσε μας κρέας να φάμε!” 14  Δεν μπορώ εγώ μόνος μου να βαστάζω όλο αυτόν το λαό, επειδή είναι πολύ βαρύς για εμένα.+ 15  Αν, λοιπόν, έτσι πρόκειται να ενεργείς προς εμένα, σε παρακαλώ, θανάτωσέ με τελείως,+ αν βρήκα εύνοια στα μάτια σου, ώστε να μη βλέπω τη συμφορά μου». 16  Και ο Ιεχωβά είπε στον Μωυσή: «Συγκέντρωσε για εμένα εβδομήντα άντρες από τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ,+ για τους οποίους ξέρεις ότι είναι πρεσβύτεροι του λαού και επόπτες του,+ και πάρε τους στη σκηνή της συνάντησης, και αυτοί θα σταθούν εκεί μαζί σου. 17  Και εγώ θα κατεβώ+ και θα μιλήσω μαζί σου εκεί·+ και θα πάρω ένα μέρος από το πνεύμα+ που είναι πάνω σου και θα το θέσω πάνω τους, και αυτοί θα σε βοηθούν να βαστάζεις το φορτίο του λαού, για να μην το βαστάζεις εσύ μόνος.+ 18  Και στο λαό πρέπει να πεις: “Αγιάστε τον εαυτό σας για αύριο,+ επειδή οπωσδήποτε θα φάτε κρέας, εφόσον κλάψατε προς τον Ιεχωβά,+ λέγοντας: «Ποιος θα μας δώσει κρέας να φάμε; γιατί καλά ήμασταν στην Αίγυπτο».+ Και ο Ιεχωβά οπωσδήποτε θα σας δώσει κρέας, και εσείς θα φάτε.+ 19  Θα φάτε όχι μία ημέρα ούτε δύο ημέρες ούτε πέντε ημέρες ούτε δέκα ημέρες ούτε είκοσι ημέρες, 20  αλλά μέχρι έναν μήνα ημερών, ώσπου να βγει από τα ρουθούνια σας και να γίνει για εσάς κάτι σιχαμερό,+ μόνο και μόνο επειδή απορρίψατε τον Ιεχωβά, ο οποίος βρίσκεται ανάμεσά σας, και αρχίσατε να κλαίτε ενώπιόν του, λέγοντας: «Γιατί βγήκαμε από την Αίγυπτο;»”»+ 21  Κατόπιν ο Μωυσής είπε: «Ο λαός ανάμεσα στον οποίο βρίσκομαι εγώ είναι εξακόσιες χιλιάδες άντρες+ πεζοί, και όμως εσύ είπες: “Κρέας θα τους δώσω, και οπωσδήποτε θα τρώνε επί έναν μήνα ημερών”! 22  Μήπως θα σφαχτούν για χάρη τους ποίμνια και βόδια, για να τους είναι αρκετό;+ Ή μήπως θα πιαστούν για χάρη τους όλα τα ψάρια της θάλασσας, για να τους είναι αρκετό;» 23  Τότε ο Ιεχωβά είπε στον Μωυσή: «Μήπως σμικρύνθηκε το χέρι του Ιεχωβά;+ Τώρα θα δεις αν σου συμβεί αυτό που λέω ή όχι».+ 24  Έπειτα ο Μωυσής βγήκε και είπε στο λαό τα λόγια του Ιεχωβά. Και συγκέντρωσε εβδομήντα άντρες από τους πρεσβυτέρους του λαού και τους έβαλε να σταθούν ολόγυρα στη σκηνή.+ 25  Κατόπιν ο Ιεχωβά κατέβηκε μέσα σε ένα σύννεφο+ και του μίλησε+ και πήρε ένα μέρος από το πνεύμα+ που ήταν πάνω του και το έβαλε πάνω στον καθένα από τους εβδομήντα πρεσβυτέρους. Και μόλις το πνεύμα κάθησε πάνω τους, άρχισαν να ενεργούν σαν προφήτες· δεν το έκαναν, όμως, ξανά.+ 26  Και δύο από αυτούς τους άντρες είχαν μείνει στο στρατόπεδο. Το όνομα του ενός ήταν Ελδάδ και το όνομα του άλλου ήταν Μηδάδ. Και το πνεύμα κάθησε πάνω τους, καθώς αυτοί περιλαμβάνονταν στους καταγραμμένους—δεν είχαν πάει, όμως, στη σκηνή. Άρχισαν να ενεργούν, λοιπόν, σαν προφήτες μέσα στο στρατόπεδο. 27  Και κάποιος νεαρός έτρεξε και το ανέφερε στον Μωυσή και είπε: «Ο Ελδάδ και ο Μηδάδ ενεργούν σαν προφήτες μέσα στο στρατόπεδο!» 28  Τότε ο Ιησούς, ο γιος του Ναυή, ο οποίος ήταν διάκονος+ του Μωυσή από τη νεαρή του ηλικία, αποκρίθηκε και είπε: «Κύριέ μου, Μωυσή, εμπόδισέ τους!»+ 29  Ωστόσο, ο Μωυσής τού είπε: «Νιώθεις ζηλοτυπία για λογαριασμό μου; Απεναντίας, μακάρι όλος ο λαός του Ιεχωβά να ήταν προφήτες, επειδή ο Ιεχωβά θα έβαζε το πνεύμα του πάνω τους!»+ 30  Αργότερα ο Μωυσής αποσύρθηκε στο στρατόπεδο, αυτός και οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ. 31  Και σηκώθηκε άνεμος+ από τον Ιεχωβά και άρχισε να φέρνει ορτύκια από τη θάλασσα+ και να τα ρίχνει πάνω από το στρατόπεδο σε απόσταση όση περίπου ο δρόμος μιας ημέρας προς τα εδώ και σε απόσταση όση περίπου ο δρόμος μιας ημέρας προς τα εκεί, ολόγυρα από το στρατόπεδο, και σε δύο περίπου πήχεις πάνω από την επιφάνεια της γης. 32  Τότε ο λαός σηκώθηκε όλη εκείνη την ημέρα και όλη τη νύχτα και όλη την επόμενη ημέρα και μάζευε τα ορτύκια. Αυτός που μάζεψε τα λιγότερα μάζεψε δέκα χομόρ·+ και τα άπλωναν σε μεγάλη έκταση ολόγυρα στο στρατόπεδο. 33  Το κρέας ήταν ακόμη ανάμεσα στα δόντια τους,+ δεν είχαν προλάβει να το μασήσουν, όταν ο θυμός του Ιεχωβά άναψε+ εναντίον του λαού και ο Ιεχωβά άρχισε να πατάσσει το λαό με πολύ μεγάλη σφαγή.+ 34  Το όνομα εκείνου του τόπου κλήθηκε Κιβρώθ‐αττααβά,+ επειδή εκεί έθαψαν το λαό που εκδήλωσε ιδιοτελή πόθο.+ 35  Από την Κιβρώθ‐αττααβά ο λαός αναχώρησε για την Ασηρώθ, και παρέμειναν στην Ασηρώθ.+

Υποσημειώσεις