Ενόραση στις Γραφές

Σελομώθ

Ελληνική
Σελομώθ
/assets/ct/7e6416ec85/images/syn_placeholder_sqr.png
it «Σελομώθ»

Σελομώθ

Σελομώθ

 (Σελομώθ) [από μια ρίζα που σημαίνει «ειρήνη»].

  1. Κεφαλή ενός πατρικού οίκου μεταξύ των απογόνων του Γηρσών, γιου του Λευί.—1Χρ 23:6, 7, 9.

  2. Κααθίτης Λευίτης από την οικογένεια του Ισαάρ, γνωστός και ως Σελομίθ.—1Χρ 23:12, 18· 24:22.

  3. Λευίτης απόγονος του Μωυσή μέσω του Ελιέζερ του γιου του. Ο Δαβίδ κατέστησε τον Σελομώθ και τους αδελφούς του υπεύθυνους για τους θησαυρούς των καθαγιασμένων πραγμάτων, στα οποία περιλαμβάνονταν και τα καθαγιασμένα λάφυρα από τους πολέμους των Ισραηλιτών. (1Χρ 26:25-28) Ονομαζόταν και Σελομίθ.