Ενόραση στις Γραφές

Ρούφος

Ελληνική
Ρούφος
/assets/ct/7e6416ec85/images/syn_placeholder_sqr.png
it «Ρούφος»

Ρούφος

Ρούφος

 (Ρούφος) [Κόκκινος].

  1. Γιος του Σίμωνα—ο οποίος εξαναγκάστηκε να βοηθήσει στη μεταφορά του ξύλου βασανισμού του Ιησού—και αδελφός κάποιου που ονομαζόταν Αλέξανδρος.—Μαρ 15:21· Λου 23:26.

  2. Κάποιος Χριστιανός στη Ρώμη, “εκλεγμένος σε σχέση με τον Κύριο”, στον οποίο στέλνει χαιρετισμούς ο Παύλος στην επιστολή του. Στοργικά ο Παύλος στέλνει χαιρετισμούς και στη μητέρα του Ρούφου αποκαλώντας την “μητέρα δική του και δική μου”.—Ρω 16:13.