Νικάνωρ
(Νικάνωρ) [πιθανότατα, Νικητής].
Ένας από τους εφτά άντρες που ήταν “γεμάτοι πνεύμα και σοφία” και τους οποίους οι απόστολοι ενέκριναν προκειμένου να φροντίζουν για την καθημερινή διανομή στην πρώτη εκκλησία της Ιερουσαλήμ.—Πρ 6:1-6.


(Νικάνωρ) [πιθανότατα, Νικητής].
Ένας από τους εφτά άντρες που ήταν “γεμάτοι πνεύμα και σοφία” και τους οποίους οι απόστολοι ενέκριναν προκειμένου να φροντίζουν για την καθημερινή διανομή στην πρώτη εκκλησία της Ιερουσαλήμ.—Πρ 6:1-6.