Μωλήδ
(Μωλήδ) [από μια ρίζα που σημαίνει «γεννώ· γίνομαι πατέρας»].
Κάποιος άντρας από τη φυλή του Ιούδα ο οποίος ήταν απόγονος του Εσρών μέσω του Ιεραμεήλ. Ο Μωλήδ ήταν γιος του Αβισούρ από τη σύζυγό του την Αβιχαίλ.—1Χρ 2:4, 5, 9, 25-29.


(Μωλήδ) [από μια ρίζα που σημαίνει «γεννώ· γίνομαι πατέρας»].
Κάποιος άντρας από τη φυλή του Ιούδα ο οποίος ήταν απόγονος του Εσρών μέσω του Ιεραμεήλ. Ο Μωλήδ ήταν γιος του Αβισούρ από τη σύζυγό του την Αβιχαίλ.—1Χρ 2:4, 5, 9, 25-29.