Ενόραση στις Γραφές

Μωλήδ

Ελληνική
Μωλήδ
/assets/ct/b025754cdb/images/syn_placeholder_sqr.png
it «Μωλήδ»

Μωλήδ

Μωλήδ

 (Μωλήδ) [από μια ρίζα που σημαίνει «γεννώ· γίνομαι πατέρας»].

 Κάποιος άντρας από τη φυλή του Ιούδα ο οποίος ήταν απόγονος του Εσρών μέσω του Ιεραμεήλ. Ο Μωλήδ ήταν γιος του Αβισούρ από τη σύζυγό του την Αβιχαίλ.—1Χρ 2:4, 5, 9, 25-29.