Ιεριμώθ
(Ιεριμώθ) [από μια ρίζα που σημαίνει «είμαι υψηλός (εξυψωμένος)»].
1. Γιος ή απόγονος του Βελά, πρωτότοκου γιου του Βενιαμίν, ένας γενναίος και κραταιός άντρας.—1Χρ 7:6, 7.
2. Βενιαμίτης πολεμιστής ο οποίος υποστήριξε τον Δαβίδ ενόσω εκείνος βρισκόταν στη Σικλάγ επειδή τον είχε θέσει εκτός νόμου ο Βασιλιάς Σαούλ.—1Χρ 12:1, 2, 5.
3. Μεραρίτης Λευίτης.—1Χρ 24:26, 30· βλέπε ΙΕΡΕΜΩΘ Αρ. 3.
4. Κααθίτης Λευίτης.—1Χρ 6:33· 25:4· βλέπε ΙΕΡΕΜΩΘ Αρ. 4.
5. Ο άρχοντας της φυλής του Νεφθαλί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Δαβίδ, γιος ή απόγονος του Αζριήλ.—1Χρ 27:19, 22.
6. Γιος του Δαβίδ, την κόρη του οποίου παντρεύτηκε ο Βασιλιάς Ροβοάμ. (2Χρ 11:18) Εφόσον ο Ιεριμώθ δεν περιλαμβάνεται στους καταλόγους των γιων που απέκτησε ο Δαβίδ από τις κατονομαζόμενες συζύγους του, ενδέχεται να ήταν γιος παλλακίδας ή κάποιας συζύγου μη κατονομαζόμενης. (2Σα 5:13) Ο Ιεριμώθ προφανώς ήταν παντρεμένος με την εξαδέλφη του την Αβιχαίλ, την κόρη του Ελιάβ, του μεγαλύτερου αδελφού του Δαβίδ.—2Χρ 11:18· 1Σα 17:13.
7. Ένας από τους Λευίτες επιτρόπους που διαχειρίζονταν τη γενναιόδωρη συνεισφορά, το δέκατο και τα άγια πράγματα που φέρνονταν στη διάρκεια της βασιλείας του Εζεκία.—2Χρ 31:12, 13.

