Ενόραση στις Γραφές

Αβδέ

Ελληνική
Αβδέ
/assets/ct/c2d9fa4e7e/images/syn_placeholder_sqr.png
it «Αβδέ»

Αβδέ

Αβδέ

 (Αβδέ) [Υπηρέτης· ή, συντετμημένη μορφή του Αβδιού, που σημαίνει «Υπηρέτης του Ιεχωβά»].

  1. Ο πατέρας του Γαάλ, εκείνου που οδήγησε τους κτηματίες της Συχέμ σε έναν αποτυχημένο στασιασμό εναντίον του Αβιμέλεχ.—Κρ 9:26, 29, 39-41.

  2. Γιος του Ιωνάθαν. Ο Αβδέ, συνοδευόμενος από 50 άρρενες του πατρικού οίκου του Αδίν, επέστρεψε από τη Βαβυλώνα στην Ιερουσαλήμ μαζί με τον Έσδρα.—Εσδ 8:6.